Αναρτήσεις

Γράμμα στον πατέρα.

Πολυαγαπημένε πατέρα,

Τα εφτά λευκά πουκάμισα.

Μαζί με τον πρωινό καφέ έφερνε και τα καινούργια λόγια, τις λέξεις τις ξεχασμένες, τις σκονισμένες, τις έφερνε γυαλισμένες, σπαρταριστές με το αγκίστρι ακόμα στο στόμα, δαγκωμένες, σημαδεμένες. 

Ο τόπος μας.

Ανεβήκαμε πάνω στο λόφο να δούμε τον τόπο μας – φτωχικά, μετρημένα χωράφια, πέτρες, λιόδεντρα. Αμπέλια τραβάν κατά τη θάλασσα. Δίπλα στ’ αλέτρι καπνίζει μια μικρή φωτιά. Του παππουλή τα ρούχα τα σιάξαμε σκιάχτρο για τις κάργιες. Οι μέρες μας παίρνουν το δρόμο τους για λίγο ψωμί και μεγάλες λιακάδες. Κάτω απ’ τις λεύκες φέγγει ένα ψάθινο καπέλο. Ο πετεινός στο φράχτη. Η αγελάδα στο κίτρινο. Πώς έγινε και μ’ ένα πέτρινο χέρι συγυρίσαμε το σπίτι μας και τη ζωή μας; Πάνω στ’ ανώφλια είναι η καπνιά, χρόνο το χρόνο, απ’ τα κεριά του Πάσχα – μικροί μικροί μαύροι σταυροί που χάραξαν οι πεθαμένοι γυρίζοντας απ’ την Ανάσταση. Πολύ αγαπιέται αυτός ο τόπος με υπομονή και περηφάνεια. Κάθε νύχτα απ’ το ξερό πηγάδι βγαίνουν τ’ αγάλματα προσεχτικά κι ανεβαίνουν στα δέντρα. Γιάννης Ρίτσος

Ο πατέρας μου. Παλικάρι. Όμορφος, τόσο όμορφος !

[…Όταν πρωτοπήγε σχολείο, τα παιδιά γύρω της µιλούσαν για τη µάνα τους. Η µάνα κυρίαρχη στις παιδιάστικες κουβέντες: «η µάνα µού αγόρασε ποδιά…», «η µάνα µ’ έδειρε…», «η µάνα µου είπε…». Σώπαινε.

29 Μαΐου 1453.

Η απάντηση του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου προς τον Μωάμεθ Β’ λίγο πριν από την πτώση της Βασιλεύουσας Τὸ δὲ τὴν πόλιν σοι δοῦναι…

Μάνα.

Γύριζα δρόμους και στιγμές. Πονούσα. Μου ‘λεγες  «δεν φταις» και σε ξεχνούσα. Σαν ήμουνα στο μύθο μου και αγαπούσα τάχα μου και νάρκισσο με έλεγα…. «Τρως?», «ντύνεσαι?», «πώς τα περνάς?» μου  ‘ λεγες. Μάνα μου. «Καλώς το παιδί μου!» και μια αγκαλιά την πιο θερμή και τα φιλιά αληθινά. Δυο τρεις στιγμές μονάχα κι έφευγα. Μάνα.

Πώς ανοίγουν τα βουνά...

Η μεγάλη πέτρα είναι στο χτήμα με τις ελιές. Όποιος δεν έχει κολλήσει την πλάτη του πάνω της για να προστατευτεί από τον αέρα και τη βροχή, όποιος δεν έχει κρυφτεί πίσω της, μέσα της, για ν' αποφύγει τον στραβό τον άνθρωπο, το μάτι το κακό, όποιος δεν έχει τρέξει, δεν έχει τρίψει με τον αντίχειρά του, με το μάγουλό του τους δρόμους της, τις φλέβες της, το κρέμασμά της, τους σκοτεινούς της τους παλμούς, δεν μπορεί να καταλάβει τη φιλία της πέτρας.

Θα πάω στο χωριό μου να δω τη μάνα μου.

Δεν πάνε πολλές ημέρες που έγινα αυτήκοος μάρτυρας στην ακόλουθη συζήτηση. κάποιος είπε: «θα πάω στο χωριό μου να δω τη μάνα μου». «Πόσων χρόνων είναι;» τον ρώτησαν.  «Δεν ζει, έχει πεθάνει πριν από 42 χρόνια. Θα της πάω μερικά λουλούδια, θα της ανάψω το καντήλι, θα μιλήσω μαζί της, θα γεμίσω τις μπαταρίες μου και θα γυρίσω ανανεωμένος στη δουλειά μου» . Παρέμεινα άφωνος. Τι μεγαλείο ψυχής! Δεν υπάρχουν λόγια να περιγράψει κανείς τα συναισθήματα και την ευγνωμοσύνη του γιού προς την μητέρα που τον γέννησε με πόνους, που τον ανάθρεψε με στερήσεις και λαχτάρες, που ξενύχτησε στο προσκέφαλό του στις παιδικές του αρρώστιες, που χαιρόταν με τις χαρές του και έκλαιγε με τις λύπες του. Ασφαλώς από εκεί ψηλά που την έχει τοποθετήσει ο Ύψιστος, η εν λόγω μάνα θα χαίρεται και θα καμαρώνει το λεβέντη γιό της.

Πατέρα.

Μικρό παιδί Με πήρες απ' το χέρι Πατέρα, να σου πω Τώρα καταλαβαίνω

Ένας Γέρος.

Στου καφενείου του βοερού το μέσα μέρος σκυμένος στο τραπέζι κάθετ’ ένας γέρος· με μιαν εφημερίδα εμπρός του, χωρίς συντροφιά. Και μες των άθλιων γηρατειών την καταφρόνια σκέπτεται πόσο λίγο χάρηκε τα χρόνια που είχε και δύναμι, και λόγο, κ’ εμορφιά. Ξέρει που γέρασε πολύ· το νοιώθει, το κυττάζει. Κ’ εν τούτοις ο καιρός που ήταν νέος μοιάζει σαν χθες. Τι διάστημα μικρό, τι διάστημα μικρό. Και συλλογιέται η Φρόνησις πως τον εγέλα· και πως την εμπιστεύονταν πάντα — τι τρέλλα! — την ψεύτρα που έλεγε· «Aύριο. Έχεις πολύν καιρό.» Θυμάται ορμές που βάσταγε· και πόση χαρά θυσίαζε. Την άμυαλή του γνώσι κάθ’ ευκαιρία χαμένη τώρα την εμπαίζει. .... Μα απ’ το πολύ να σκέπτεται και να θυμάται ο γέρος εζαλίσθηκε. Κι αποκοιμάται στου καφενείου ακουμπισμένος το τραπέζι. Κωνσταντίνος Π. Καβάφης