Αναρτήσεις

Ο Γκρεμιστής.

      Ακούστε. Εγώ είμαι ο γκρεμιστής, γιατί είμ’ εγώ κι ο κτίστης,  ο διαλεχτός της άρvησης κι ο ακριβογιός της πίστης. Και θέλει και το γκρέμισμα νου και καρδιά και χέρι. Στου μίσους τα μεσάvυχτα τρέμει εvός πόθου αστέρι.

Μέγας Αλέξανδρος: Η πολιορκία και η κατάληψη του βράχου της Σογδιανής.

Οι πρώτοι αλπινιστές στην παγκόσμια ιστορία

Μάνα μου μην ξεχνάς.

Μη με παραχαϊδεύεις. Ξέρω καλά πως δεν πρέπει να μου δίνεις πάντα ό,τι ζητώ. Σε δοκιμάζω μονάχα για να δω. Μη διστάζεις να είσαι σταθερή μαζί μου. Το προτιμώ. Με κάνεις να νιώθω περισσότερη σιγουριά. Μη με κάνεις να νιώθω μικρότερος απ’ ό,τι είμαι. 

Ηλεία... Η Αναρχία Ξεκίνησε από Εδώ.

1834. Η κυβέρνηση του νεοσύστατου Ελληνικού Κράτους έχει μόλις αρχίσει το αναγεννητικό της έργο ψηφίζοντας διάφορους ιδρυτικούς νόμους. Την ίδια στιγμή, η ζωή των κατοίκων εξαθλιώνεται από την πείνα και τη δυστυχία. Οι νόμοι και τα διατάγματα του κράτους έχουν ως σκοπό να ρυθμίσουν την κοινωνική και πολιτική ζωή του τόπου και να απομακρύνουν τις συνήθειες των κατοίκων που είχαν αποκτήσει από την οθωμανική κυριαρχία. Η ζωή τους όφειλε να είναι ειρηνική, πρώτα από όλα!

Ξύδι και χολή.

Είναι ένα ζευγάρι τόσο αγαπημένο, τόσο δεμένο, που δεν μπορεί ούτε λεπτό ο ένας μακριά από τον άλλον, κανείς, ποτέ δεν τους συνάντησε χώρια, κυκλοφορεί κάθε μέρα, κάθε στιγμή αγκαλιά, πίσω τους τρέχει γαβγίζοντας, κλαψουρίζοντας το μικρό τους σκυλάκι, αδύνατο και διαρκώς πεινασμένο.

Σώπα δάσκαλε...

Στην Τρίτη τάξη είχαμε δάσκαλο τον Περίανδρο Κρασάκη. Αυτός είχε μανία με την καθαριότητα. Κάθε μέρα επιθεωρούσε τα χέρια μας, τα αυτιά μας, τη μύτη, τα δόντια, τα νύχια. Δεν έδερνε, δεν παρακαλούσε, μα έλεγε:

Στην Παναγιά...

Παρθένα Μάνα, που σαν πνεύμα ο σπόρος έπεσε στο ανέγγιχτο κορμί σου και σαρκώθη ο Λόγος, το απάρθενο τρυγώντας σπλάχνο σου, σα βρέφος! Ω, Δέσποινά μου Υποταγή, τον πόνο δέξου τον και Συ, σαν το σταυρό, και γείρε το κεφάλι με υπομονή, κατά γης, χαμογελώντας – να μην πνιγεί, Κυρά, στα κλάματά Σου ο κόσμος! Εσύ ’σαι η κιβωτός, που σαν αυγό στην άβυσσο λαμποκοπάς και πλες στου Θεού τα σκοτεινά νερά, τα σπέρματα όλα μέσα σου φρουρώντας. Το πράσινο δρεπανωτό πατάς φεγγάρι κι όλες στα χέρια σου κρατώντας τις ελπίδες μας, στον άγριο ουρανό τρεμάμενη ανεβαίνεις κι αχνογελώντας στέκεσαι πλάι στο γυιό Σου. Εσύ ’σαι το ανθισμένο το κλαρί στην άβυσσο της δύναμής Του· εσύ ’σαι ο στοχασμός ο πράος μέσ’ στο φλεγόμενο καμίνι της οργής Του. ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ ΝΙΚΟΣ Τυπικάρης (Απόσπασμα)

Του αδελφού μου...

Είσαι άντρας. Όμως ο ίδιος πάντα μένω· τα χρόνια που περάσανε με αφήσαν παράξενο παιδάκι γερασμένο.  

Συλλογιέμαι τους ναυτικούς...

Συλλογιέμαι τους ναυτικούς...

Να σέβεσαι, γιε μου, τη γυναίκα.

Μεγαλώνοντας, γιε μου, θα διαπιστώσεις ότι οι γυναίκες είναι δύσκολα πλάσματα. Θέλουν χρόνο για να τις καταλάβεις, για να νιώσεις τις ανάγκες τους, για να αποδεχτείς το πολύπλοκο μυαλό τους. Θα σε πληγώσουν, γιε μου, όπως πληγώνεται κάθε άνθρωπος στη ζωή του. Όπως κι εσύ θα πληγώσεις κάποια στιγμή, χωρίς ίσως να το θες, μια αθώα ψυχή.