Τώρα που το ψωμί ξανάγινε πικρό ας φτιάξουμε τα παράθυρά μας, κρεμάσανε, γεράσανε, χάσκουν ξεδοντιασμένα, ας τα καλαφατίσουμε, ας τα βάψουμε, ας τ’ ανοίξουμε διάπλατα, κουρτίνες και πανιά, να δούμε, να θαυμάσουμε την ομορφιά, τις σκάλες, τις πύλες, τις πόρτες, τις πορτάρες, το απέναντι μπαλκόνι και το κορίτσι που στεγνώνει τα μαλλιά στον ήλιο του Γενάρη του΄60, το χαμόγελό του, τα λακκάκια του τα δυο, την Ιζαμπώ, τα κάστρα πάνω κάτω δεξιά κι αριστερά, τα μάτια, η θάλασσα, τα φρύδια και το μέτωπο, τ’ αγάλματα, το άλογο του Στρατηγού, του Κυβερνήτη το μειδίαμα, τα Πέντε Αδέλφια, το Ιτς Καλέ με τα φραγκόσυκα, τα σίδερα, τις φυλακές, τα αίματα, τα ψέματα και τους φυλακισμένους.