Αλέξανδρος Διάκος: ο πρώτος αξιωματικός του Στρατού Ξηράς που έπεσε στον πόλεμο του 1940.
Μία ημέρα σαν σήμερα, την 1 Νοεμβρίου 1940, ο Αλέξανδρος Διάκος έγινε ο πρώτος Έλληνας αξιωματικός που έπεσε στο πεδίο της μάχης κατά τη διάρκεια του πολέμου.
Τα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου 1940, η Ελλάδα δέχθηκε την απρόκλητη επίθεση της φασιστικής Ιταλίας του Μπενίτο Μουσολίνι. Το ιταλικό τελεσίγραφο, που απαιτούσε ουσιαστικά την παράδοση στρατηγικών σημείων της ελληνικής επικράτειας, ήταν στην πραγματικότητα η αξίωση ενός ολοκληρωτικού καθεστώτος να υποτάξει μια ανεξάρτητη χώρα, χωρίς εκείνη να έχει προκαλέσει ή επιδιώξει τη σύγκρουση.
Η Ελλάδα κλήθηκε να υπερασπιστεί την εδαφική της ακεραιότητα και την ελευθερία της απέναντι σε μια στρατιωτική δύναμη που επιδίωκε την επέκταση της κυριαρχίας της με τη βία.
Το τίμημα άρχισε να καταβάλλεται από τις πρώτες ώρες. Οι πρώτοι νεκροί ήταν νέοι αξιωματικοί, στρατιώτες και άμαχοι που βρέθηκαν αντιμέτωποι με έναν πόλεμο τον οποίο δεν είχαν επιλέξει. Στα βουνά της Ηπείρου και της Πίνδου, οι Έλληνες μαχητές αντιμετώπισαν έναν ισχυρότερο αριθμητικά αντίπαλο, σε δύσβατες περιοχές και κάτω από εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες. Παράλληλα, οι ιταλικοί βομβαρδισμοί έσπειραν τον θάνατο σε χωριά και κατοικημένες περιοχές, πλήττοντας και ανθρώπους που δεν συμμετείχαν στις εχθροπραξίες.
Ανάμεσα στους πρώτους πεσόντες ήταν ο υπολοχαγός Αλέξανδρος Διάκος. Ήταν ο πρώτος αξιωματικός του Στρατού Ξηράς που έχασε τη ζωή του. Μία ημέρα σαν σήμερα. Την 1η Νοεμβρίου 1940, στην Πίνδο. Σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια επίθεσης για την ανακατάληψη υψώματος που κατείχαν οι ιταλικές δυνάμεις. Η θυσία του αποτύπωσε το τίμημα που πλήρωσαν όσοι βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή της αντίστασης.
Από τη σκλαβωμένη Χάλκη στην τελευταία έφοδο της Πίνδου
Ο Αλέξανδρος Διάκος γεννήθηκε την 1η Ιανουαρίου 1911 στη Χάλκη των Δωδεκανήσων, που εκείνη την εποχή βρισκόταν υπό ιταλική κατοχή.
Από τα μαθητικά του χρόνια στη Ρόδο έδειξε ότι δεν συμβιβαζόταν με την ιταλική κυριαρχία. Σε μια επέτειο της 25ης Μαρτίου, σύμφωνα με τις βιογραφικές αναφορές, κατέβασε την ιταλική σημαία από το σχολείο και ύψωσε στη θέση της την ελληνική. Η πράξη του προκάλεσε την αντίδραση των ιταλικών αρχών. Απειλήθηκε με φυλάκιση και εξορία και τελικά αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τα Δωδεκάνησα.
Το 1929 έφυγε για την Αθήνα και το 1930 εισήχθη στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων. Αποφοίτησε το 1934 ως ανθυπολοχαγός Πεζικού και ακολούθησε τη στρατιωτική σταδιοδρομία. Όταν ξέσπασε ο πόλεμος, στις 28 Οκτωβρίου 1940, υπηρετούσε πλέον ως υπολοχαγός και διοικητής λόχου του 4ου Συντάγματος Πεζικού, που διατέθηκε στο Απόσπασμα Πίνδου.
Η ιταλική επίθεση είχε φέρει τις ελληνικές δυνάμεις αντιμέτωπες με τη μεραρχία αλπινιστών «Τζούλια», η οποία επιχειρούσε να διασπάσει την ελληνική άμυνα στην Πίνδο. Οι μάχες διεξάγονταν σε εξαιρετικά δύσβατο έδαφος, μέσα σε αντίξοες καιρικές συνθήκες και με συνεχή πίεση από τις ιταλικές δυνάμεις.
Μία ημέρα σαν σήμερα, την 1 Νοεμβρίου 1940, ο λόχος του βρέθηκε αντιμέτωπος με ισχυρές ιταλικές δυνάμεις, οι οποίες επιτέθηκαν με στόχο να διατηρήσουν τον έλεγχο του υψώματος Τσούκα, στην ορεινή Πίνδο, στην περιοχή ανάμεσα στη Φούρκα Ιωαννίνων και τη Ζούζουλη Καστοριάς.
Η κατάσταση ήταν κρίσιμη. Οι Ιταλοί πίεζαν με πυρά πολυβόλων και οι Έλληνες στρατιώτες είχαν υποστεί απώλειες. Σύμφωνα με την αναφορά του ταγματάρχη Ιωάννη Καραβία, ο Διάκος ανασύνταξε τον λόχο του, εμψύχωσε τους άνδρες και τους οδήγησε σε νέα αντεπίθεση για την ανακατάληψη του υψώματος.
Δεν έμεινε πίσω για να δίνει διαταγές. Προχώρησε μπροστά από τους στρατιώτες του, στην πρώτη γραμμή. Εκεί, καθώς οδηγούσε την έφοδο, δέχθηκε ριπή από ιταλικό πολυβόλο και έπεσε νεκρός. Σύμφωνα με τη στρατιωτική παράδοση, οι τελευταίες του λέξεις ήταν: «Εμπρός, παιδιά, για μια ελεύθερη Ελλάδα!».
Ήταν μόλις 29 ετών. Η σορός του έπεσε στα χέρια του στρατιώτη Μιχάλη Μαλαμά. Ο θάνατός του καταγράφηκε ως ο πρώτος θάνατος αξιωματικού του Ελληνικού Στρατού Ξηράς στο μέτωπο του 1940. Ο αγώνας για τον έλεγχο της Τσούκας συνεχίστηκε και οι ελληνικές δυνάμεις κατάφεραν να ανακαταλάβουν το ύψωμα στις 2 Νοεμβρίου.
Η σορός του Διάκου μεταφέρθηκε και τάφηκε στο μικρό νεκροταφείο της Ζούζουλης. Το ελληνικό κράτος τίμησε τον ηρωικό αξιωματικό και τον προήγαγε στο βαθμό του λοχαγού επ’ ανδραγαθία.
Οι άλλοι πρώτοι νεκροί του ελληνοϊταλικού πολέμου
Το στρατιωτικό έπος του 1940 έχει τους δικούς του πρωταγωνιστές του. Τους ήρωες του. Ένας από αυτούς ήταν ο Βασίλειος Τσιαβαλιάρης από την Πιαλεία Τρικάλων. Είναι ο πρώτος νεκρός του πολέμου. Στρατιώτης της πρώτης γραμμής σκοτώθηκε από θραύσμα όλμου λίγα λεπτά μετά την εκδήλωση της Ιταλικής επίθεσης που ξεκίνησε πριν τη λήξη του τελεσιγράφου!
Ο Τσιαβαλιάρης υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία στο 5ο Σύνταγμα Πεζικού από τον Σεπτέμβριο του 1933 έως το Νοέμβριο του 1934 και μετά την απόλυσή του επέστρεψε στο χωριό του, όπου δημιούργησε τη δική του οικογένεια. Με τη σύζυγό του Ελένη απέκτησε τρία παιδιά, τον Νικόλαο, τον Γεώργιο και την Αλεξάνδρα.
Στις 22 Ιουλίου 1940 κλήθηκε ξανά στον Ελληνικό Στρατό εξαιτίας της μερικής επιστράτευσης και κατετάγη στο 5ο Σύνταγμα Πεζικού, και από εκεί στο 51ο Σύνταγμα Πεζικού για να πάρει στις αρχές Σεπτεμβρίου του 1940 θέση στο Επταχώρι στην πρώτη γραμμή.
Ήταν μέλος του θρυλικού «Αποσπάσματος Πίνδου» υπό τις διαταγές του συνταγματάρχη Κωνσταντίνου Δαβάκη. Μισή ώρα πριν από την λήξη του τελεσιγράφου προς τον Μεταξά, ο Τσιαβαλιάρης βρισκόταν στο 21ο φυλάκιο των Ελληνοαλβανικών Συνόρων στο ύψωμα Γκόλιο κοντά στην Πυρσόγιαννη.
Ήταν από τα πρώτα που χτύπησαν οι εισβολείς. Σύμφωνα με μαρτυρίες συμπολεμιστών του καθώς ξεψυχούσε πρόλαβε να ψελίσει «Πάν’ τα παιδούλια μ’».
Ο πρώτος νεκρός μετά τη λήξη του τελεσιγράφου ήταν ο οπλίτης Μπουκουβάλας Γεώργιος του Δημητρίου. Εκείνο το ξημέρωμα, τον βρήκε μέσα στο χαράκωμα, στο ξωκλήσι του Άη Γιώργη στο Αηδονοχώρι της Κόνιτσας. Υπηρετούσε στο επιστρατευμένο 51ο Σύνταγμα Πεζικού.
Ο Μπουκουβάλας, σύμφωνα με τις μαρτυρίες, έπεσε νεκρός δευτερόλεπτα μετά τη λήξη του ιταλικού τελεσιγράφου. Στις 5:30 το πρωί της 28ης Οκτωβρίου 1940.
Ο Ευάγγελος Γιάνναρης ήταν μόλις 24 ετών όταν πέρασε στην Ιστορία ως ο πρώτος Έλληνας αξιωματικός που σκοτώθηκε στον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο. Ο υποσμηναγός έχασε τη ζωή του στις 30 Οκτωβρίου 1940, μόλις δύο ημέρες μετά την ιταλική εισβολή.
Το πρωί εκείνης της ημέρας συμμετείχε σε αποστολή αναγνώρισης και βομβαρδισμού στον τομέα της Πίνδου, επιβαίνοντας ως παρατηρητής σε ελληνικό αεροσκάφος Henschel Hs 126, με χειριστή τον αρχισμηνία Λεωνίδα Τσάντα.Η αποστολή άλλαξε πορεία λόγω των δυσμενών καιρικών συνθηκών. Το πλήρωμα κατευθύνθηκε προς την Κορυτσά, με σκοπό να πλήξει τα εκεί ιταλικά αεροδρόμια. Στη διαδρομή, όμως, συνάντησε ιταλικά καταδιωκτικά και ακολούθησε σφοδρή αερομαχία.Το ελληνικό αεροσκάφος δέχθηκε τα εχθρικά πυρά και καταρρίφθηκε στην περιοχή Προφήτης Ηλίας, στη Βασιλειάδα Καστοριάς. Ο Γιανναρής σκοτώθηκε, ενώ ο χειριστής τραυματίστηκε.
Στις 5 Δεκεμβρίου του 1940, έπεσε νεκρός στα βουνά της Ηπείρου ο πρώτος Έλληνας ανώτερος αξιωματικός. Ήταν ο αντισυνταγματάρχης Μαρδοχαίος Φριζής, εβραίος από τη Χαλκίδα ο οποίος είχε πολεμήσει στο Μακεδονικό Μέτωπο κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, όπου και διακρίθηκε.
Συμμετείχε και στη Μικρασιατική Εκστρατεία. Πιάστηκε αιχμάλωτος το 1922 και, παρότι συγκεντρώθηκαν χρήματα για την απελευθέρωσή του, αρνήθηκε και έμεινε με τους στρατιώτες του μέχρι την απελευθέρωσή του τον Αύγουστο του 1923, με την ανταλλαγή αιχμαλώτων.
Ο Φριζής έχασε τη ζωή του από βόμβα ιταλικού αεροσκάφους και ενώ ήταν έφιππος, εμψυχώνοντας τους στρατιώτες του. Ελλείψει ραβίνου ενταφιάστηκε στην Πρεμετή παρουσία ορθόδοξου ιερέα, ενώ προήχθη σε συνταγματάρχη μετά θάνατον.
Το 2002 τα οστά του, μετά από εξέταση DNA, μεταφέρθηκαν στη Θεσσαλονίκη και ενταφιάστηκαν στο ισραηλιτικό νεκροταφείο της πόλης.
Νίκος Δεμισιώτης, Reader.gr