Παρασκευή, 29 Σεπτεμβρίου 2017

Ηλεία...Η Αναρχία Ξεκίνησε από Εδώ!

1834. Η κυβέρνηση του νεοσύστατου Ελληνικού Κράτους έχει μόλις αρχίσει το αναγεννητικό της έργο ψηφίζοντας διάφορους ιδρυτικούς νόμους. Την ίδια στιγμή, η ζωή των κατοίκων εξαθλιώνεται από την πείνα και τη δυστυχία. Οι νόμοι και τα διατάγματα του κράτους έχουν ως σκοπό να ρυθμίσουν την κοινωνική και πολιτική ζωή του τόπου και να απομακρύνουν τις συνήθειες των κατοίκων που είχαν αποκτήσει από την οθωμανική κυριαρχία. Η ζωή τους όφειλε να είναι ειρηνική, πρώτα από όλα!
       Και κάπου εδώ σημειώνεται το πρώτο αναρχικό περιστατικό. Και λέγοντας αναρχία, εννοούμε την κυριολεξία της λέξης, δηλαδή την άρνηση των πολιτών να δεχτούν την υφιστάμενη πολιτική εξουσία, η οποία πιστεύουν πως τους καταπιέζει και τους αφαιρεί ελευθερίες και δικαιώματα. Με αυτή την έννοια, ναι, λοιπόν, η πρώτη νεοελληνική αναρχία σημειώθηκε στη μετεπαναστατική Ηλεία και συγκεκριμένα στο χωριό Επιτάλιο (τότε Αγουλινίτσα), όταν πολλοί κάτοικοι εκείνης της περιοχής ξεσηκώθηκαν και αρνούνταν να υπακούσουν στην κυβέρνηση, παρακινούμενοι από πολιτικούς και στρατιωτικούς προς την αναρχία. Οι άτακτοι εκείνοι ονομάστηκαν “Αποστάται”.
       Στις 9 Αυγούστου 1834, “οι αποστάται ούτοι κατά τινάς μεν 350 τον αριθμόν, κατά τινας δ’ άλλους 280, ελθόντες εις Αγουλινίτσαν την 3ην του πνέοντος Αυγούστου εξεστράτευσαν την 9ην τού αυτού περί την μεσημβρίαν με σκοπόν να εισέλθουν εις Πύργον…”. Όταν οι αποστάτες έφτασαν στον Αλφειό, ειδοποιήθηκε η φυλακή που στάθμευε έξω από τον Πύργο. Ο στρατηγός Γεώργιος Μήτζου και ο υπομοίραρχος Βρινικόφσκι έφτασαν στην οικία του Έπαρχου και έκαναν σύσκεψη για την αντιμετώπιση των αποστατών. Ο υπομοίραρχος διατύπωσε την άποψη οι υπερασπιστές της πόλης να οχυρωθούν στα πιο ισχυρά αρχοντικά της πόλης. Ο δε στρατηγός υποστήριξε πως έπρεπε να καταλάβουν θέσεις έξω από τον Πύργο για να αντιμετωπίσουν το ενδεχόμενο οχύρωσης και των αντιπάλων σε σπίτια, κάτι που έκανε δύσκολη την εκδίωξή τους.
        Το πεδίο της μάχης μεταφέρθηκε. Αφού σχημάτισαν στρατιωτικό σώμα, αποτελούμενο και από ιδιώτες, εξήλθαν της πόλης και συνάντησαν τους αποστάτες στη θέση Κολιρέικο Παλαιογέφυρο. Οι αποστάτες με σκοπό να ξεγελάσουν τους ηγέτες των “φιλονόμων εθνικών στρατευμάτων” ζήτησαν να συζητήσουν μαζί τους. Ωστόσο, ο έπαρχος αρνήθηκε και ξεκίνησε πρώτος το πυρ. Οι αντίπαλοι απάντησαν αμέσως.
       Ακολούθησε μεγάλη μάχη. Οι αποστάτες διαλύθηκαν και τράπηκαν σε φυγή. Επιτέθηκαν τότε εναντίον τους και μερικοί κάτοικοι των χωριών “της Γούβας”, οι οποίοι κατέλαβαν τους λόφους γύρω από τα χωριά Βαρβάσαινα και Σαλμώνη. Οι αποστάτες για να σωθούν έπεσαν στον Αλφειό ποταμό. Ο έπαρχος της Ολυμπίας, ο οποίος είχε νωρίτερα πάρει μέρος στη μάχη κατά των αποστατών, τους κατεδίωξε και έφτασε στο Επιτάλιο. Πολλοί από τους αποστάτες κρύφτηκαν σε οικίες στην Αλφειούσα και κατά τη διάρκεια της νύχτας διαλύθηκαν.  Και κάπως έτσι έληξε άδοξα το πρώτο νεοελληνικό περιστατικό αναρχίας, σύμφωνα με τον Βύρωνα Δάββο και τις μελέτες του.
Πηγή:dionisisfrance.wordpress.com

Πέμπτη, 28 Σεπτεμβρίου 2017

Ξύδι και χολή.

Είναι ένα ζευγάρι τόσο αγαπημένο, τόσο δεμένο, που δεν μπορεί ούτε λεπτό ο ένας μακριά από τον άλλον, κανείς, ποτέ δεν τους συνάντησε χώρια, κυκλοφορεί κάθε μέρα, κάθε στιγμή αγκαλιά, πίσω τους τρέχει γαβγίζοντας, κλαψουρίζοντας το μικρό τους σκυλάκι, αδύνατο και διαρκώς πεινασμένο.Πρωί-πρωί βάζουν τα καλά τους, πίνουν τον καφέ τους, κάνουν τον σταυρό τους και παίρνουν τους δρόμους. Οπου υπάρχουν άνθρωποι που ξεκινούν να κάνουν κάτι, που αρχίζουν κάτι, όπου πάει ν’ ανθίσει μια σκέψη, μια φιλοδοξία, ένα όνειρο, ένα τραγούδι, ένας δρόμος διαφορετικός, εμφανίζονται εκεί πρώτοι και καλύτεροι, αυτοβούλως και οικειοθελώς, αρχάγγελοι με τη ρομφαία, στρατιώτες και νοσοκόμοι του ελέους, εθελοντές αιμοδότες με μοναδικό τους κίνητρο το συναίσθημα της κοινωνικής αλληλεγγύης και του αλτρουισμού.Θα τρέξουν να πουν, χωρίς να ερωτηθούν, πρώτοι και καλύτεροι τον λόγο τους, τη συμβουλή τους, θα κάνουν τη διάγνωση, θα ανοίξουν το ιώδιο και το οξυζενέ, θα στάξουν με τη γλώσσα τους τα φάρμακα και το φαρμάκι, θα καυτηριάσουν την πληγή και την πηγή, θα δέσουνε το τραύμα με τη μαύρη γάζα, το πουκάμισο της συμβουλής, μέχρι που να την κλείσουνε, να την πνίξουνε.Θα ανοίξουνε τις τσάντες, τα σακίδιά τους, θα βγάλουνε το μαύρο γάλα και το μαύρο μέλι, θα φτιάξουνε το ξύδι, τη χολή, γνωρίζουνε από παλιά τις δόσεις, τις ποσότητες και τις αναλογίες.Είναι ο φόβος, η δυσκολία και το σκυλάκι τους η ντροπή. Δεν χρειάζεται να τους φωνάξεις με τ’ όνομά τους, αρκεί να τους σκεφτείς μια και μόνη στιγμή, εμφανίζονται αμέσως.
Θοδωρής Γκόνης
Πηγή:protagon.

Παρασκευή, 18 Αυγούστου 2017

Σώπα δάσκαλε...

Στην Τρίτη τάξη είχαμε δάσκαλο τον Περίανδρο Κρασάκη. Αυτός είχε μανία με την καθαριότητα. Κάθε μέρα επιθεωρούσε τα χέρια μας, τα αυτιά μας, τη μύτη, τα δόντια, τα νύχια. Δεν έδερνε, δεν παρακαλούσε, μα έλεγε:

-Ζώα, αν δεν πλένεστε κάθε μέρα με σαπούνι, δε θα γίνετε ποτέ σας ανθρώποι. Τι θα πει μαθές άνθρωπος; Αυτός που πλένεται με σαπούνι. Τα μυαλό δε φτάνει, κακομοίρηδες, χρειάζεται και σαπούνι. Πώς θα παρουσιαστείτε στο Θεό με τέτοια χέρια; Πηγαίνετε έξω στην αυλή να πλυθείτε.

Ώρες μας έπαιρνε τ’ αυτιά ποια φωνήεντα είναι μακρά, ποια βραχέα και τι τόνο να βάλουμε, οξεία ή περισπωμένη. Κι εμείς ακούγαμε τις φωνές στο δρόμο, τους μανάβηδες, τους κουλουρτζήδες, τα γαϊδουράκια που γκάριζαν και τις γειτόνισσες που γελούσαν και περιμέναμε πότε να χτυπήσει το κουδούνι, να γλιτώσουμε. Κοιτάζαμε το δάσκαλο να ιδρώνει απάνω στην έδρα, να λέει, να ξαναλέει και να θέλει να καρφώσει στο μυαλό μας τη γραμματική, μα ο νους μας ήταν έξω στον ήλιο και στον πετροπόλεμο. Γιατί πολύ αγαπούσαμε τον πετροπόλεμο και συχνά πηγαίναμε στο σκολειό με το κεφάλι σπασμένο.

Μια μέρα, ήταν άνοιξη, χαρά Θεού, τα παράθυρα ήταν ανοιχτά κι έμπαινε η μυρωδιά από μιαν ανθισμένη μανταρινιά στο αντικρινό σπίτι. Το μυαλό μας είχε γίνει κι αυτό ανθισμένη μανταρινιά και δεν μπορούσαμε πια ν’ ακούμε για οξείες και περισπωμένες. Κι ίσια ίσια ένα πουλί είχε καθίσει στο πλατάνι της αυλής του σκολειού και κελαηδούσε. Τότε πια ένας μαθητής, χλωμός, κοκκινομάλλης, που ’χε έρθει εφέτο από το χωριό, Νικολιό τον έλεγαν, δε βάσταξε, σήκωσε το δάχτυλο:

-Σώπα, δάσκαλε, φώναξε. Σώπα, δάσκαλε, ν’ ακούσουμε το πουλί!

Νίκος Καζαντζάκης: Αναφορά στον Γρέκο (απόσπασμα)  

Πηγή:gym-anthias.evr.sch.gr
Στην Τρίτη τάξη είχαμε δάσκαλο τον Περίανδρο Κρασάκη. Αυτός είχε μανία με την καθαριότητα. Κάθε μέρα επιθεωρούσε τα χέρια μας, τα αυτιά μας, τη μύτη, τα δόντια, τα νύχια. Δεν έδερνε, δεν παρακαλούσε, μα έλεγε: – Ζώα, αν δεν πλένεστε κάθε μέρα με σαπούνι, δε θα γίνετε ποτέ σας άνθρωποι. Τι θα πει μαθές άνθρωπος; Αυτός που πλένεται με σαπούνι. Τα μυαλό δε φτάνει, κακομοίρηδες, χρειάζεται και σαπούνι. Πώς θα παρουσιαστείτε στο Θεό με τέτοια χέρια; Πηγαίνετε έξω στην αυλή να πλυθείτε. Ώρες μας έπαιρνε τ’ αυτιά ποια φωνήεντα είναι μακρά, ποια βραχέα και τι τόνο να βάλουμε, οξεία ή περισπωμένη. Κι εμείς ακούγαμε τις φωνές στο δρόμο, τους μανάβηδες, τους κουλουρτζήδες, τα γαϊδουράκια που γκάριζαν και τις γειτόνισσες που γελούσαν και περιμέναμε πότε να χτυπήσει το κουδούνι, να γλιτώσουμε. Κοιτάζαμε το δάσκαλο να ιδρώνει απάνω στην έδρα, να λέει, να ξαναλέει και να θέλει να καρφώσει στο μυαλό μας τη γραμματική, μα ο νους μας ήταν έξω στον ήλιο και στον πετροπόλεμο. Γιατί πολύ αγαπούσαμε τον πετροπόλεμο και συχνά πηγαίναμε στο σκολειό με το κεφάλι σπασμένο. Μια μέρα, ήταν άνοιξη, χαρά Θεού, τα παράθυρα ήταν ανοιχτά κι έμπαινε η μυρωδιά από μιαν ανθισμένη μανταρινιά στο αντικρινό σπίτι. Το μυαλό μας είχε γίνει κι αυτό ανθισμένη μανταρινιά και δεν μπορούσαμε πια ν’ ακούμε για οξείες και περισπωμένες. Κι ίσια ίσια ένα πουλί είχε καθίσει στο πλατάνι της αυλής του σκολειού και κελαηδούσε. Τότε πια ένας μαθητής, χλωμός, κοκκινομάλλης, που ’χε έρθει εφέτο από το χωριό, Νικολιό τον έλεγαν, δε βάσταξε, σήκωσε το δάχτυλο: -Σώπα, δάσκαλε, φώναξε. Σώπα, δάσκαλε, ν’ ακούσουμε το πουλί! Νίκος Καζαντζάκης, Αναφορά στον Γκρέκο

Διαβάστε περισσότερα στο: www.ithaque.gr
sopa-daskale Στην Τρίτη τάξη είχαμε δάσκαλο τον Περίανδρο Κρασάκη. Αυτός είχε μανία με την καθαριότητα. Κάθε μέρα επιθεωρούσε τα χέρια μας, τα αυτιά μας, τη μύτη, τα δόντια, τα νύχια. Δεν έδερνε, δεν παρακαλούσε, μα έλεγε: – Ζώα, αν δεν πλένεστε κάθε μέρα με σαπούνι, δε θα γίνετε ποτέ σας άνθρωποι. Τι θα πει μαθές άνθρωπος; Αυτός που πλένεται με σαπούνι. Τα μυαλό δε φτάνει, κακομοίρηδες, χρειάζεται και σαπούνι. Πώς θα παρουσιαστείτε στο Θεό με τέτοια χέρια; Πηγαίνετε έξω στην αυλή να πλυθείτε. Ώρες μας έπαιρνε τ’ αυτιά ποια φωνήεντα είναι μακρά, ποια βραχέα και τι τόνο να βάλουμε, οξεία ή περισπωμένη. Κι εμείς ακούγαμε τις φωνές στο δρόμο, τους μανάβηδες, τους κουλουρτζήδες, τα γαϊδουράκια που γκάριζαν και τις γειτόνισσες που γελούσαν και περιμέναμε πότε να χτυπήσει το κουδούνι, να γλιτώσουμε. Κοιτάζαμε το δάσκαλο να ιδρώνει απάνω στην έδρα, να λέει, να ξαναλέει και να θέλει να καρφώσει στο μυαλό μας τη γραμματική, μα ο νους μας ήταν έξω στον ήλιο και στον πετροπόλεμο. Γιατί πολύ αγαπούσαμε τον πετροπόλεμο και συχνά πηγαίναμε στο σκολειό με το κεφάλι σπασμένο. Μια μέρα, ήταν άνοιξη, χαρά Θεού, τα παράθυρα ήταν ανοιχτά κι έμπαινε η μυρωδιά από μιαν ανθισμένη μανταρινιά στο αντικρινό σπίτι. Το μυαλό μας είχε γίνει κι αυτό ανθισμένη μανταρινιά και δεν μπορούσαμε πια ν’ ακούμε για οξείες και περισπωμένες. Κι ίσια ίσια ένα πουλί είχε καθίσει στο πλατάνι της αυλής του σκολειού και κελαηδούσε. Τότε πια ένας μαθητής, χλωμός, κοκκινομάλλης, που ’χε έρθει εφέτο από το χωριό, Νικολιό τον έλεγαν, δε βάσταξε, σήκωσε το δάχτυλο: -Σώπα, δάσκαλε, φώναξε. Σώπα, δάσκαλε, ν’ ακούσουμε το πουλί! Νίκος Καζαντζάκης, Αναφορά στον Γκρέκο

Διαβάστε περισσότερα στο: www.ithaque.gr
sopa-daskale Στην Τρίτη τάξη είχαμε δάσκαλο τον Περίανδρο Κρασάκη. Αυτός είχε μανία με την καθαριότητα. Κάθε μέρα επιθεωρούσε τα χέρια μας, τα αυτιά μας, τη μύτη, τα δόντια, τα νύχια. Δεν έδερνε, δεν παρακαλούσε, μα έλεγε: – Ζώα, αν δεν πλένεστε κάθε μέρα με σαπούνι, δε θα γίνετε ποτέ σας άνθρωποι. Τι θα πει μαθές άνθρωπος; Αυτός που πλένεται με σαπούνι. Τα μυαλό δε φτάνει, κακομοίρηδες, χρειάζεται και σαπούνι. Πώς θα παρουσιαστείτε στο Θεό με τέτοια χέρια; Πηγαίνετε έξω στην αυλή να πλυθείτε. Ώρες μας έπαιρνε τ’ αυτιά ποια φωνήεντα είναι μακρά, ποια βραχέα και τι τόνο να βάλουμε, οξεία ή περισπωμένη. Κι εμείς ακούγαμε τις φωνές στο δρόμο, τους μανάβηδες, τους κουλουρτζήδες, τα γαϊδουράκια που γκάριζαν και τις γειτόνισσες που γελούσαν και περιμέναμε πότε να χτυπήσει το κουδούνι, να γλιτώσουμε. Κοιτάζαμε το δάσκαλο να ιδρώνει απάνω στην έδρα, να λέει, να ξαναλέει και να θέλει να καρφώσει στο μυαλό μας τη γραμματική, μα ο νους μας ήταν έξω στον ήλιο και στον πετροπόλεμο. Γιατί πολύ αγαπούσαμε τον πετροπόλεμο και συχνά πηγαίναμε στο σκολειό με το κεφάλι σπασμένο. Μια μέρα, ήταν άνοιξη, χαρά Θεού, τα παράθυρα ήταν ανοιχτά κι έμπαινε η μυρωδιά από μιαν ανθισμένη μανταρινιά στο αντικρινό σπίτι. Το μυαλό μας είχε γίνει κι αυτό ανθισμένη μανταρινιά και δεν μπορούσαμε πια ν’ ακούμε για οξείες και περισπωμένες. Κι ίσια ίσια ένα πουλί είχε καθίσει στο πλατάνι της αυλής του σκολειού και κελαηδούσε. Τότε πια ένας μαθητής, χλωμός, κοκκινομάλλης, που ’χε έρθει εφέτο από το χωριό, Νικολιό τον έλεγαν, δε βάσταξε, σήκωσε το δάχτυλο: -Σώπα, δάσκαλε, φώναξε. Σώπα, δάσκαλε, ν’ ακούσουμε το πουλί! Νίκος Καζαντζάκης, Αναφορά στον Γκρέκο

Διαβάστε περισσότερα στο: www.ithaque.gr

Δευτέρα, 14 Αυγούστου 2017

Στην Παναγιά...

Παρθένα Μάνα, που σαν πνεύμα ο σπόρος έπεσε
στο ανέγγιχτο κορμί σου και σαρκώθη ο Λόγος,
το απάρθενο τρυγώντας σπλάχνο σου, σα βρέφος!
Ω, Δέσποινά μου Υποταγή, τον πόνο δέξου τον
και Συ, σαν το σταυρό, και γείρε το κεφάλι
με υπομονή, κατά γης, χαμογελώντας –
να μην πνιγεί, Κυρά, στα κλάματά Σου ο κόσμος!
Εσύ ’σαι η κιβωτός, που σαν αυγό στην άβυσσο
λαμποκοπάς και πλες στου Θεού τα σκοτεινά
νερά, τα σπέρματα όλα μέσα σου φρουρώντας.
Το πράσινο δρεπανωτό πατάς φεγγάρι
κι όλες στα χέρια σου κρατώντας τις ελπίδες μας,
στον άγριο ουρανό τρεμάμενη ανεβαίνεις
κι αχνογελώντας στέκεσαι πλάι στο γυιό Σου.
Εσύ ’σαι το ανθισμένο το κλαρί στην άβυσσο
της δύναμής Του· εσύ ’σαι ο στοχασμός ο πράος
μέσ’ στο φλεγόμενο καμίνι της οργής Του.

ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ ΝΙΚΟΣ

Τυπικάρης
(Απόσπασμα)