Τετάρτη, 29 Μαρτίου 2017

Λείπεις κι αυτή την άνοιξη…

Λείπεις κι αυτή την άνοιξη
μαγεμένος των άστρων ταξιδευτής
τώρα που χαράζουν στο άφαντο σώμα σου
τα μπολιασμένα κλωνάρια των δέντρων σου
και μυρίζει το Διάσελο πικρά αρώματα
μέταλλα και λιασμένο σχιστόλιθο
κι αυτή η κατηφόρα στην Καμαρίτσα
πόση ζωή αθάνατη σου έταξε στη θέα του κάμπου
μα σε ξεγέλασε το ύψος του βουνού
θαρραλέε ταξιδευτή
Κοιτάζω τις φωτογραφίες σου
στον σιωπηλό μπουφέ
που πάνω τους κέντησες με πείσμα παιδικό
το παράπονο βλέμμα σου
για τις προδομένες ελπίδες μας
βλέπω τα ρούχα σου
να καίγονται αργά
στα κλειστά παράθυρα μπροστά
και το τουφέκι σου να σημαδεύει ουρανό
Τώρα πια τα κοτσύφια ξεθαρρεμένα
κελαηδούν τόσο γλυκά τις νύχτες
μαζεύοντας τους καρπούς στα περιβόλια
που μπόλιαζες από παιδί
Σε βλέπω συχνά στον ύπνο μου μπαμπά
με το καρό σου μπουφάν που πάντα αγαπούσες
το φοράω κι εγώ τώρα σαν χάδι
όταν κρυώνω στην καρδιά

οι τσέπες του έχουν γίνει φωλιά των τρυφερών σου στίχων
να ντύνουν την κόκκινη νοσταλγία των ματιών μου.

Ηλίας Μάρκος, «Η απουσία της άνοιξης»
Πηγή:newagemama.com

Παρασκευή, 24 Μαρτίου 2017

Η Προσευχή του Διάκου την παραμονή της μάχης της Αλαμάνας.

Ήτανε νύχτα. Τα βουνά, οι λαγκαδιές, τα δένδρα,οι βρύσες, τ' αγριολούλουδα, ο ουρανός, τ' αγέρι,στέκουν βουβά ν' ακούσουνε την προσευχή του Διάκου.

« Όταν η μαύρ' η μάνα μου, εμπρός σε μιαν εικόνα,Πλάστη μου, μ' εγονάτιζε με σταυρωτά τα χέρια καί μώλεγε να δεηθώ για κειούς, που το χειμώνα σα λύκοι ετρέχαν στα βουνά με χιόνια, μ' αγριοκαίρια, για να μη ζούνε στο ζυγό, ένιωθα τη φωνή μου να ξεψυχάη στα χείλη μου, εσπάραζε η καρδιά μου, μου ετρέμανε τα γόνατα, σα νά 'θελε η ψυχή μου να φύγη με τη δέηση από τα σωθικά μου.
Ύστερα μούλεγε κρυφά να Σου ζητώ τη χάρη και να μ'αξιώσης μια φορά ένα σπαθί να ζώσω και να μην έρθη ο θάνατος να μ'εύρη να με πάρη, πρίν πολεμήσω ελεύθερος, για Σέ πριν το ματώσω. Πατέρα παντοδύναμε, άκουσες την ευχή μου, μου φύτεψες μέσ' στην καρδιά αγάπη, πίστη, ελπίδα, έδωκες μια αχτίδα Σου αθέρα στο σπαθί μου και μού'πες: Τώρα πέθανε για Με, για την Πατρίδα.
Έτοιμος είμαι, Πλάστη μου! Λίγες στιγμές ακόμα και σβηώνται τ' άστρα Σου για με. Για με θα σκοτειδιάση τ' όμορφο γλυκοχάραμα. Θα μου κλειστή το στόμα, που εκελαηδούσε στα βουνά, στη ρεματιά, στη βρύση, θα μαραθούν τα πεύκα μου. Αραχνιασμέν' η λύρα,
που μου ήταν αδερφοποιητή κι όπου μ' εμέ στη φτέρη αγκαλιασμένη επλάγιαζε, τώρα θα μείνη στείρα καί στ' άψυχο κουφάρι της θα να βογγάη τ' αγέρι.
Όλα τ' αφήνω με χαρά, χωρίς ν' αναστενάξω. Και τό'χω περηφάνεια μου, που εδιάλεξες εμένα αυτήν την έρμη την ποριά με το κορμί να φράξω. Ευχαριστώ Σε, Πλάστη μου! Δε θα χαθούν σπαρμένα και δε θα μείνουν άκαρπα τ' άχαρα κόκκαλά μου.  Ευλόγησέ τηνε τη γη, οπού θα μ' αγκαλιάση και στοίχειωσε κάθε σπειρί από τα χώματα μου, να γένη αδιάβατο βουνό το μνήμα του Θανάση. Θέ μου! ξημέρωσέ τηνε την αυριανή τη μέρα! Θα μας θυμάτ' η Αρβανιτιά και θα την τρώ' η ζήλεια. Θα χλιμιντράνε τ' άλογα, θα καίνε τον αγέρα
με τ' άγρια τα χνώτα τους γκέκικα καριοφίλια, θα γίνουν πάλι τα Θερμιά λαίμαργη καταβόθρα.
Χιλιάδες ήρθαν θερισταί και Χάρος οργοτόμος, μουγκρίζουν, φοβερίζουνε, πως δε θα μείνη λώθρα σ' αυτήν τη δύστυχη τη γη, φωτιά, δρεπάνι, τρόμος. Κι εμείς θα πάμε με χαρά σ' αυτόν τον καταρράχτη. Επάνωθέ μας θά'σαι Σύ, και τα πατήματα μας θα νά'χουνε για στήριγμα τη φοβερή τη στάχτη, πώμεινε σπίθ'ακοίμητη βαθιά στα σωθικά μας.
Δυνάμωσέ μας, Πλάστη μου! Για ν' ακουστή στη Δύση, πως δεν απονεκρώθηκε και πως θ' ανθοβολήση τώρα με τα Μαγιάπριλα ή δουλωμένη χώρα. Ευλογημέν' η ώρα!»

Έσκυψ' ο Διάκος ως τη γη, έσφιξε με τα χείλη κι εφίλησε γλυκά γλυκά το πατρικό του χώμα. Έβραζε μέσα του η καρδιά και στα ματόκλαδά του καθάριο, φωτοστόλουστο, ξεφύτρωσ' ένα δάκρυ...
Χαρά στο χόρτο πώλαχε να πιη σε τέτοια βρύση. Πλαγιάζει ο λεονταρόψυχος! Τα νιάτα, η θωριά του, τ' αστέρια βλέπουν με χαρά και κάπου κάπου αφήνουν κρυφά το θόλο τ' ουρανού για να διαβούν σιμά του. Μοσχοβολάει τριγύρω του και τον σφιχταγκαλιάζει
στον κόρφο της η άνοιξη, σα νά'τανε παιδί της. Χαρούμενα τα λούλουδα φιλούν το μέτωπο του, χάνει με μιας την ασχημιά και την ταπεινοσύνη ο έρμος ο αζώηρος, η ποταπή η λαψάνα, γλυκαίνει το χαμαίδρυο, στου χαμαιλειού τη ρίζα αποκοιμιέται ο θάνατος και το περιπλοκάδι, που πάντα κρύβεται δειλό και τ' άπλερο κορμί του αλλού στυλώνει το φτωχό, δυναμωμένο τώρα τρελλό, περηφανεύεται και θέλει να κλαρώση στ'ανδρειωμένο μέτωπο για ν' ακουστή πως ήταν στη φοβερή παραμονή μια τρίχ' απ' τα μαλλιά του.

Πλαγιάζει ο λιονταρόψυχος! Του ύπνου του οι ώραις όσο κι'αν φύγουν γρήγορα, μεσότοιχο θα γένουν ν'αποστομώσουν το θολό, τ' αγριωμένο κύμα του χρόνου που μας έπνιξε. Μ' εκείνην την ρανίδα πώσταξ' από τα μάτια του θα ξεπλυθή η μαυράδα, που ελέρωνε της μοίρας μας το νεκρικό δεφτέρι. Ο Διάκος στο κρεββάτι του, ζωσμένος τη φλοκάτη, σαν αητός μες στη φωλιά, ολάκερο ένα γένος
έκλωθ' εκείνην την βραδιά. Όταν προβάλ'η μέρα, θα νάβγουν τ' αητόπουλα με τροχισμένα νύχια, με θεριεμμένα τα φτερά, ν'αρχίσουν το κυνήγι...
Πλάστη μεγαλοδύναμε! Αξίωσέ μας όλους, πριν μας σκεπάση η μαύρη γη, στα δουλωμένα πλάγια να κοιμηθούμε μια νυχτιά τον ύπνο του Θανάση!
Αριστοτέλης Βαλαωρίτης.
Πηγή:agiotatos.gr

Δευτέρα, 20 Μαρτίου 2017

Ηλεία:Τουρκοκρατία - Ενετοκρατία

Το 1453, η άλωση της Κωνσταντινούπολης φέρνει τους Τούρκους στον ελληνικό χώρο. Η Ηλεία υφίσταται για τέσσερις περίπου αιώνες τον Τούρκο κατακτητή, με δύο μόνο διαλείμματα Ενετοκρατίας, από το 1463 έως το 1479 και από το 1685 έως το 1715.
Φτώχεια, ανασφάλεια, λεηλασίες, παιδομάζωμα είναι όροι που χαρακτηρίζουν αυτήν τη μαύρη περίοδο.
Διοικητικό κέντρο του βιλαετιού της Ηλείας είναι αρχικά η Γαστούνη.
Το 1685 οι Ενετοί με αρχηγό το Μοροζίνι ανακαταλαμβάνουν το Μοριά. Ο Βενετός αρχιστράτηγος αναζητά εδάφη, που θα προσπόριζαν στην πατρίδα του οικονομικά οφέλη, από την αναβίωση του παλαιού αποικιακού της κράτους. Οι συνθήκες δεν αλλάζουν ιδιαίτερα για τον πληθυσμό, ο οποίος εξακολουθεί να καταπιέζεται.
Το 1715 η Ενετοκρατία καταλύεται ξανά από τους Τούρκους και αυτή τη φορά οι κατακτητές είναι λίγο πιο ελαστικοί απέναντι στον ντόπιο πληθυσμό, επιτρέποντας μεγαλύτερη δραστηριότητα στο εμπόριο, τη βιοτεχνία και την εκμετάλλευση της γης.
Κατά την περίοδο αυτή εγκαθίστανται στη Γαστούνη ως αρχηγοί οι Ottomans, τουρκική πλούσια οικογένεια, με διασύνδεση τον ίδιο το Σουλτάνο. Προωθούν το εμπόριο και συνάπτουν φιλικές σχέσεις με τους Τουρκαλβανούς του Λάλα, οι οποίοι εντέλει λυμαίνονται τις περιουσίες των ντόπιων με την αποχώρηση των Ottomans για την Πόλη.
Το 1768 η αυτοκράτειρα Αικατερίνη Β΄, ούσα σε εμπόλεμη κατάσταση με την Τουρκία, υπόσχεται βοήθεια στους Έλληνες, σε πιθανή εξέγερσή τους κατά των Τούρκων, προσπαθώντας να εξεγείρει τους υπόδουλους χριστιανικούς λαούς της Βαλκανικής, των οποίων εμφανιζόταν ως προστάτιδα, δίνοντας στον πόλεμο μορφή σταυροφορίας της Ορθοδοξίας κατά του Μουσουλμανισμού.
Συνέπεια αυτής της πολιτικής ήταν η αποστολή το 1770, των αδελφών Ορλώφ με ρωσικό στόλο στη Μάνη, για να ξεκινήσουν την επανάσταση.
Ο ντόπιος πληθυσμός ξεσηκώνεται, το ίδιο και η Ηλεία και η Αχαϊα. Επαναστάτες αποβιβάζονται στην Κυλλήνη και φτάνουν μέχρι την Γαστούνη. Εκεί κατασφάζονται από στίφη Αλβανών. Η ρωσική ηγεσία κατανοεί τη ματαιότητα του εγχειρήματος και οι Ορλώφ αναχωρούν για την Ρωσία αφήνοντας τον πληθυσμό στη μήνη Τούρκων και Αλβανών, οι οποίοι βάφουν τον Μοριά στο αίμα.
Αληθινή μάστιγα για την Ελλάδα υπήρξαν οι Αλβανοί, τους οποίους είχε κυρίως χρησιμοποιήσει η Πύλη για την καταστολή της επανάστασης.
Οι μεγαλύτερες καταστροφές έγιναν στην Πελοπόννησο, όπου, όπως μας πληροφορούν ξένοι περιηγητές, μπορούσε να δει κανείς σε μεγάλη έκταση ερείπια, κατάσταση που οδήγησε και σε δημογραφική μεταβολή, αφού σημειώθηκαν ομαδικές μετακινήσεις κατοίκων σε ασφαλέστερες περιοχές.
Το 1790 επιδημία πανούκλας ενσκήπτει στην περιοχή, ολοκληρώνοντας τον αφανισμό και την εξαθλίωση.
Μετά τα Ορλωφικά, ακολουθεί περίοδος ανασυγκρότησης για τους Έλληνες.
Ιδρύεται η Φιλική Εταιρεία, στην οποία μετέχουν σπουδαίοι Ηλείοι άνδρες, όπως ο Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος από την Ανδρίτσαινα, ο Γεώργιος Σισίνης από την Γαστούνη και ο Χαράλαμπος Βιλαέτης από τον Πύργο.
Η Φιλική Εταιρεία ήταν μία από τις πολλές μυστικές επαναστατικές οργανώσεις που παρουσιάστηκαν σε ολόκληρη τη νότια και ανατολική Ευρώπη κατά το πρώτο τέταρτο του 19 ου αι. Στόχος της : η απελευθέρωση της πατρίδας.
Η φήμη του ξεσηκωμού διαρρέει και ο Χουρσίτ Καϊμακάμης διατάσσει από την Τρίπολη να μαζευτούν εκεί όλοι οι πρόκριτοι με το πρόσχημα της σύσκεψης, με απώτερο σκοπό την ομηρία τους. Όσοι πήγαν εντέλει φυλακίστηκαν.
Το γεγονός αυτό επισπεύδει την έναρξη της επανάστασης. Η επαναστατική σημαία υψώνεται από τον Σισίνη στη Γαστούνη και τον Βιλαέτη στον Πύργο.
Οι Τούρκοι κλείνονται στο Χλεμούτσι κι εκεί σπεύδουν σε βοήθειά τους οι φοβεροί Τουρκαλβανοί από το Λάλα. Στη θέα τους οι άπειροι τότε αγωνιστές σκορπούν και οι Λαλαίοι Τούρκοι λεηλατούν την περιοχή του κάμπου και τον Πύργο.
Ο ίδιος ο Χαράλαμπος Βιλαέτης προσπαθώντας να αντιμετωπίσει τους θηριώδεις Λαλαίους Τούρκους στον τόπο τους, πέφτει ηρωικά στο χωριό Σμίλα, τον Μάιο του 1821.
Ελληνικές δυνάμεις συνασπίζονται γύρω από το Λάλα και παρ΄ότι υπερέχουν αριθμητικά έναντι των πολιορκούμενων, οι τελευταίοι απορρίπτουν κάθε πρόταση παράδοσης των όπλων.
Μετά από σκληρές μάχες οι Τούρκοι εγκαταλείπουν το Λάλα, καίγοντας όσα δεν μπορούσαν να μεταφέρουν.
Οι Ηλείοι απαλλάσσονται έτσι από την τουρκική παρουσία, χωρίς όμως να εφησυχάζουν, σπεύδοντας σε βοήθεια των συναγωνιστών τους στη Ρούμελη και το Μοριά, όποτε αυτοί το χρειάστηκαν. Έτσι, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, μετά την άλωση της Τριπολιτσάς, βάζει ως στόχο την κατάληψη του κάστρου των Πατρών, δείχνοντας εξαιρετική ανδρεία στην πολιορκία του τον Μάρτιο του 1822.
Βοήθεια προσέφεραν οι Ηλείοι και στην πολιορκία του Μεσολογγίου, καταφθάνοντας σε βοήθεια των πολιορκουμένων μαζί με άλλους Μοραϊτες.
Κατά την διάρκεια της πολιορκίας των Πατρών, οι Τούρκοι, λόγω χαλαρότητας των πολιορκητών, βγαίνουν σε συχνές επιδρομές εκτός του κάστρου, προς τη Μανωλάδα και τα Λεχαινά. Σώμα Σουλιωτών με αρχηγό τον Κώστα Μπότσαρη έρχεται σε βοήθεια των ντόπιων, απωθώντας τους Τούρκους. Αργότερα, οι Τούρκοι της Πάτρας κάνουν δύο ακόμη επιδρομές σε Ανδραβίδα και Γαστούνη.
Το 1823, πριν καλά καλά εδραιωθεί η επανάσταση, ξεσπά εμφύλιος σπαραγμός ανάμεσα στις τάξεις των στρατιωτικών και των πολιτικών, με σκοπό τον έλεγχο της εξουσίας.
Έτσι εξασθενημένη βρίσκει την Ελλάδα ο Ιμπραήμ, ο οποίος ανενόχλητος αποβιβάζεται με τον Αιγυπτιακό στόλο στη Μεθώνη και προχωρά για το Μεσολόγγι. Μπροστά στην κατακραυγή η κυβέρνηση αποφυλακίζει τον Κολοκοτρώνη.
Το Νοέμβριο του 1825 οι Αιγύπτιοι λεηλατούν τον Πύργο και προελαύνοντας φτάνουν στην Αμαλιάδα και τη Γαστούνη.
Οι Τουρκοαιγύπτιοι μπαίνουν στη Γαστούνη και ο ντόπιος πληθυσμός καταφεύγει στο Χλεμούτσι.
Αμέσως μετά, σε μάχη στο Βαρθολομιό, αποδεκατίζονται οι τάξεις των Ελλήνων.
Ο Ιμπραήμ φεύγοντας για το Μεσολόγγι αφήνει πίσω του τον Χουσεϊν Μπέη, με ισχυρή δύναμη. Αυτός συναντά αντίσταση από τους Έλληνες, στα δύο μοναστήρια, της Σκαφιδιάς και του Φραγκαπηδήματος.
Μετά την πτώση του Μεσολογγίου, ο Ιμπραήμ επιστρέφει στην Ηλεία σφάζοντας και λεηλατώντας. Πολιορκεί το Χλεμούτσι και από τη δίψα οι Έλληνες πωλούνται σε σκλαβοπάζαρο.
Στο μεταξύ όμως επεμβαίνουν οι Μεγάλες Δυνάμεις και καταστρέφουν ολοκληρωτικά τον τουρκοαιγυπτιακό στόλο στη ναυμαχία του Ναβαρίνου (Οκτώβριος 1827).
Η ώρα της ελευθερίας είχε σημάνει …

Πηγή:pde.org.gr/ilia