Πέμπτη, 13 Απριλίου 2017

«Περί του Ξύλου»

«Ψυχή μου, ευλόγα σήμερα πρωί, όλη τη μέρα
και την ακολουθούσα νύχτα όλη, το σωτήριο τούτο Ξύλο.
Πηγάζει απ’ τα σκοταδερά έγκατα των δασών.
Εκεί είναι η βασιλεία του, στολισμένο με φύλλα θροούντα.
Εκεί έρχεται σε κοινωνία με τις δροσιές της Νύχτας, με τα θάμπη
των Ημερών. Εκεί του περιπλέχουνται οι κισσοί και οι άλλες
περιπλοκάδες, γεννώντας την ιδέα της ομορφιάς και της αγάπης.
Σπάνιο είναι να τ’ αφήσουν να γεράσει, να τη ζήσει
την αιώνια ζωή, και σπάνιο είναι κεραυνός να τόβρει,
μήνυμα επουράνιο, ένωση ουρανού και γης με λάμψη ακαριαία
και θάνατος στο δάσος, όπως πρέπει.
Ψυχή μου, ευλόγα και την ώραν,
οπότε ξεκινάμε με τα πελέκια μιαν αυγή, άκαρδο, δουλευτικό
σμήνος οι υλοτόμοι. Γουρμάζει τότες η γραμμένη
σιωπηλή στιγμή της θυσίας. Με τα πολλά καταπέφτει
το θειότατο ξύλο. Του αποξεραίνουνται οι χυμοί.
Ξερό απομένει· και όμως ξερό, δεν έρχεται ολότελα
να το ξενώσει η ξεραΐλα από τις φυσικές του επιρροές.
Το διαβιβρώσκει η υγρασία ή το φουσκώνει. Του ανοίγει
ο χρόνος τις ρωγμές. Πιάνει σαράκι. Εχτός αν το προορίζουνε
για τις φωτιές, οπότε πάλι τρίζει, τρίζει, και αφού αναλάμψει,
τέφρα γίνεται, καθώς όλα. Είπα όμως σήμερα της ψυχής μου
να γράψει για το Ξύλο εκείνο το προορισμένο από αιώνων,
για το Ξύλο, που η γέννησή του βαστάει από τις πρώτες
της γης μας φύτρες. Ετούτο εκόπη για να γίνει
Ζυγός μέγιστος, θαυματουργός Στατήρας,
που εστήθηκε στη μέσην ακριβώς του χρόνου
για να ζυγιάσει την κούφιαν έγνοια των ανθρώπων.
«Δεν είναι δάσος, που να προσφέρει ξύλο παρόμοιο».
Το Ξύλο αυτό δεν είναι διόλου ύλη απαθής.
Έχει ψυχή και δείχνει τη κάθε τόσο.
Ενώ κατάξερο είναι και κομμένο, όμως ανθεί
και μέσα του μυκάται και αναβράζει χυμός σεβάσμιος.
Δε θα ξετάξω το γιατί έφερε Λύτρωση το Ξύλο ετούτο.
Ούδε ποια Λύτρωση. Ψυχή μου, θέλω μόνο να ευλογήσεις
την ουσία του Ξύλου, οπόθε αχτινοβόλησε του κόσμου η λάμψη.
Και την ευγένεια που του εδόθη ένα πρωί, όταν ποτίστη
μέχρι του βάθους των φλεβών του από αίμα εξαγοραστικό
και ζωογόνο. Ποιο βάρος φορτώθηκε! Ποιον πόνο
φορτώθηκε! Όλου του κόσμου! Του καθηλώθησαν
όλοι οι δρυμοί της αγωνίας. Χαίρε, Σταυρέ, που μ’ όλα,
μονάχη ελπίδα εσύ αποβαίνεις στις ερημώσεις.»
Τάκη Παπατσώνη
Πηγή:logotexnikoperiboli.blogspot.gr  

Τετάρτη, 12 Απριλίου 2017

"Μέρες Επιταφίου"

Μεγάλη Δευτέρα
Περίμενέ με μάνα μου περίμενέ με ακόμα
ώσπου να φτάσει η άνοιξη στο παγωμένο χώμα.
Περίμενέ με μάνα μου σαν το πουλί του νότου
που σμίγει μάτι και φτερό να βρει τον ουρανό του.
Περίμενέ με μάνα μου κάποια Παρασκευή σου
στην πύλη του παράδεισου στο φρέαρ της αβύσσου.
Μεγάλη Τρίτη
Κάτω απ’ τα λάβαρα της Ρώμης
στην τέντα της Μαγδαληνής
εσύ πατέρας της συγγνώμης
κι εμείς παιδιά της ηδονής.
Βραχνή ακούστηκε η κραυγή
στα καπηλειά της πολιτείας
εσύ αμνίον για σφαγή
κι εμείς κριοί της αμαρτίας.
Δε σε πτοήσαν οι Πιλάτοι
ούτ’ ο καιρός που ειν΄ εγγύς
εσύ στων ουρανών τα πλάτη
κι εμείς παρείσακτοι της γης.
Μεγάλη Τετάρτη
Τετάρτη των τεφρών και των παθών
ο θάνατος δεν έχει παρελθόν.
Τετάρτη των ψυχών και των αγγέλων
ο θάνατος δεν έχει ούτε μέλλον.
Του σύμπαντος ηχεί το εκκρεμές
ξυπνήστε ν’ αποδώσουμε τιμές.
Φανήκαν οι ουράνιοι στρατηλάτες
σα σκοτεινού Ρουβίκωνα Γαλάτες.
Της γης αναθαρρήσαν οι πληγές.
Πότε θ’ ανάψει ο ήλιος πυρκαγιές
να κάψουν το παλάτι του Ηρώδη
και τ’ άνθος του κακού να γίνει ρόδι.

Μεγάλη Πέμπτη
Αυτός που κρέμασε τον ήλιο
στο μεσοδόκι τ’ ουρανού
κρέμεται σήμερα σε ξύλο
ίλεως Κύριε γενού!
Και στ’ ασπαλάθια της ερήμου
μια μάνα φώναξε: «παιδί μου»!
Με του Απριλιού τ’ αρχαία μάγια
με των δαιμόνων το φιλί
μπήκε στο σπίτι κουκουβάγια
μπήκε κοράκι στην αυλή.
Κι όλα τ‘ αγρίμια στο λαγκάδι
πήραν το δρόμο για τον Άδη.
Θα ξανασπείρει καλοκαίρια
στην άγρια παγωνιά του νου
αυτός που κάρφωσε τ’ αστέρια
στην άγια σκέπη τ’ ουρανού.
Κι εγώ κι εσύ κι εμείς κι οι άλλοι
θα γεννηθούμε τότε πάλι.
Μεγάλη Παρασκευή
Βαριά τα βήματά μου σέρνω
στο φως της μέρας το θαμπό
κρίνα της άνοιξης σου φέρνω
και στο σταυρό σου τ’ ακουμπώ
φίλε δακρυοπότιστε
των πρωτίστων πρώτιστε.
των πρωτίστων πρώτιστε.
Άρρωστος κύλησε ο αιώνας
κι ο ήλιος βγαίνει μισερός
σαν το φτερό της χελιδόνας
που το σακάτεψε ο καιρός
φίλε τρισμακάριστε
των αρίστων άριστε.
των αρίστων άριστε.
Σήμερα ο Άδης ηνεώχθη
γεφύρι εγίνη ο Γολγοθάς
και στου θανάτου εσύ την όχθη
άφατο δρόμο ακολουθάς
έγγιστε κι ανέγγιστε
των μεγίστων μέγιστε.
των μεγίστων μέγιστε.
Μέγα Σάββατον
Όλα στερέψαν σιγά σιγά.
Τα περιστέρια πετούν αργά
σε λίμνες άνυδρες βάλτους υγρούς
σε διψασμένους κήπους κι αγρούς.
Πίσω απ’ τους λόφους τους χαμηλούς
με τους προφήτες και τους τρελούς
στέκουν παράμερα τρία παιδιά
σα γλαροπούλια στην αμμουδιά.
Μες στων καιρών την ανημποριά
διώξε το γρέγο και το βοριά
και ξαναγύρισε ήλιε στη γη
με του θριάμβου σου την κραυγή.
Νίκου Γκάτσου
Πηγή:logotexnikoperiboli.blogspot.gr 

Τρίτη, 4 Απριλίου 2017

Λόγια τρυφερά.

Αναρωτιέμαι πολλές φορές, μετά το θάνατο ενός ζευγαριού πού πάνε τα τρυφερά τους λόγια, αυτά που ψιθύριζαν μονάχα μεταξύ τους για χρόνια, αυτά που δεν κατέγραψε κανείς, ο κώδικάς τους ο ιδιωτικός, ο ερμητικός, τα λόγια που φτιάχτηκαν απ’ τα υγρά του έρωτα καθώς σταγόνες στέγνωναν στο στήθος και στην κοιλιά. Οι λέξεις τους οι μικρές, οι χαϊδευτικές, τα παρατσούκλια του έρωτα που μοιάζουν με γουργουρητά περιστεριών, τα προσωνύμια εκείνα που μπεμπεκίζουν, που ακούγονται στ’ αυτιά των άλλων γελοία αλλά δεν είναι, λέξεις που τυχόν δεν υπάρχουν αλλά είναι παραφθορές άλλων, λόγια που τα φούρνισαν οι δικοί τους στεναγμοί και οι δαγκωματιές τους σε λαιμούς και τρυφερά αυτιά. Πού πάνε όλα αυτά μετά το θάνατο; Δεν είναι λόγια προσευχής να τα φυλάξουν οι άγγελοι ούτε ποιήματα εμπνευσμένων ανδρών για να σκύψουν πάνω τους ύστερα από χρόνια οι σοφοί. Θρηνώ για τον χαμό τους τον αναπόφευκτο.


Ισίδωρος Ζουργός «Ανεμώλια»

 Πηγή:elenahalivelaki.wordpres.com


Δευτέρα, 3 Απριλίου 2017

Τότε που κυνηγούσα τους ανέμους.

Η αγάπη είναι ανήμερο θεριό που τρώει τη ζωή μας…

Μα μόλις φύγει καταλαβαίνουμε ότι αυτή ήταν η ζωή μας. Λοιπόν;…
Σ’ άφησε; Σε πρόδωσε; Καλύτερα έτσι. Θα ‘χεις κουράγιο να ξαναδοκιμάσεις. Αν έμενε, κι ανακάλυπτες τι ψεύτικο μικροπραγματάκι ήταν, θα πληγωνόσουν για πάντα.
Η αγάπη είναι μεγάλη όταν την περιμένουμε ή όταν τη χάνουμε. Όταν την έχουμε μας ξεφεύγει. Χάνουμε την αίσθησή της. Και την ξαναποκτούμε μόνο όταν τη χάσουμε.
Κοίταξε να ζήσεις την αγάπη που έχασες.
Να χαρείς την αγάπη που περιμένεις.
Καν’ την τραγούδια, ξενύχτια. Καν’ την βιβλία, αταξίες. Μόνο μην τη μοιρολογάς. Είναι σαν να τη βρίζεις. Σαν να της κλείνεις το δρόμο να ξανάρθει.
Κοίταξέ με προσεχτικά και θα καταλάβεις. Για την αγάπη μιας γυναίκας έγινα ποιητής. Δεν τη συγκίνησα. Έγινα κλόουν, καραγκιόζης, Ρωμαίος, Νίγκελ, Άμλετ… Κείνη προσπέρασε πλάι απ’ τις τραγικές μεταμορφώσεις μου αγέρωχη και πήγε να θαφτεί στο άγνωστο.
Ήταν τρελλή; Ήταν άρρωστη;… Χαλασμένη απ’ τα βιβλία; Δεν ξέρω. Ένα πράγμα ξέρω: πως μ’ έκανε δυστυχισμένο.
Κείνοι που είναι για να γίνουν μεγάλοι όχι μόνο δεν τους χρειάζεται η δυστυχία αλλά και τους μπαίνει εμπόδιο.
Γιατί τώρα στα είπα όλα αυτά; Για να σε φέρω στα συγκαλά σου; Για να σε παρηγορήσω; Για να σε πλαντάξω; Δεν ξέρω.
Η αγάπη είναι το φαρμάκι και το νέκταρ της ζωής μας. Αν θέλεις να πιεις θα τα πιεις και τα δύο μαζί. Ένα ένα δε στα δίνουν.
Γιατί κλείνεις τα μάτια σου; Νυστάζεις ή πονάς;




Μενέλαος Λουντέμης.

Πηγή:thessalonikiartsandculture.gr

Κυριακή, 2 Απριλίου 2017

Τα Χέρια.

Εβδομήντα χρόνια τα κουβαλάει μαζί της και ποτέ δεν γύρισε να τα κοιτάξει.
Ούτε τότε που ήταν χλωρά, ούτε που μέστωσαν, ούτε που μαράθηκαν,
ώσπου ξεράθηκαν. Όλα αυτά τα χρόνια η έγνοια της ήταν αλλού, όχι στα
χέρια της: μην κοπεί, μην καεί, μην τρυπηθεί, μην το παρακάνει το βράδυ
με τον άντρα της –όποτε τύχαινε, μια στις τόσες– κι ακούσει πάλι τα λόγια
του, καρφί στην καρδιά της «πού τα ’μαθες αυτά μωρέ γυναίκα;»
Κοιτάζει τα χέρια της σαν να τα βλέπει πρώτη φορά. Ξένα της φαίνονται,
έτσι που κάθονται άνεργα πάνω στη μαύρη ποδιά της, σαν προσφυγάκια.
Έτσι της έρχεται να τα χαϊδέψει.
Και τι δεν τράβηξαν αυτά τα χεράκια, στα κρύα και στα λιοπύρια, στη
φωτιά, στα νερά, στα χώματα, στα κάτουρα και τα σκατά. Πέντε χρόνια
κατάκοιτη η πεθερά της, αλύχτησε ώσπου να της βγει η ψυχή.
Κοιτάζει πάλι τα χέρια της. Τι θα τα κάνει; Να τα κρύψει κάτω από την
ποδιά της να μην τα βλέπει, να τα χώσει στην περούκα της διπλανής, που
κοιμάται με το κεφάλι γουλί, να τα βάλει στις μάλλινες κάλτσες που της έφερε
ο γιος της μόλις του ’πε ότι κρυώνει εδώ στο γηροκομείο που την έριξε η
μοίρα της: Τόσα χρόνια δεν γύρισε να τα κοιτάξει και τώρα δεν μπορεί να
πάρει τα μάτια της από πάνω τους. Κι όταν δεν τα κοιτάει ή κάνει πως δεν τα
κοιτάει, την κοιτάνε αυτά. Άνεργα χέρια, τι περιμένεις, αφού δεν έχουν δουλειά
κάθονται και κοιτάνε. Δεν είναι που κοιτάνε, άσ’ τα να κοιτάνε, είναι που
κοιτάνε σαν να θέλουνε κάτι. Ξέρει τι θέλουν: να τα χαϊδέψει. Δεν θα τους
κάνει τη χάρη. Ντρέπεται, γριά γυναίκα, να χαϊδεύεται στα καλά καθούμενα.
Τα κοιτάζει κλεφτά και βλέπειμια σκουριά από καφέ στο δεξί. Σηκώνεται
και πάει στο μπάνιο, πιάνει το μοσχοσάπουνο και πλένει τα χέρια της. Τα
πλένει, τα ξαναπλένει, δε λέει ν’ αφήσει το σαπούνι, της αρέσει έτσι που
γλιστρούν απαλά το ένα μέσα στο άλλο, «κοίτα, λέει, που μ’ έβαλαν να τα
χαϊδέψω θέλοντας και μη, τα σκασμένα» και γελάει από μέσα της και δεν την
κοιτάνε τώρα όπως πριν, χαμένα μέσα στους αφρούς και τα χάδια, σαν να
’χουν κλείσει τα μάτια, μην τους πάει σαπούνι και τα πάρουν τα δάκρυα

 Μιχάλης Γκανάς
 Πηγή:giannena-e.gr

Σάββατο, 1 Απριλίου 2017

Πρωταπριλία.

Σύμφωνα με την επικρατέστερη θεωρία, το έθιμο της πρωταπριλιάς ξεκίνησε από τη Γαλλία το 1564, όταν ο βασιλιάς Κάρολος ο 9ος διέταξε να μεταφερθεί η μέρα της Πρωτοχρονιάς από την 1η Απριλίου στην 1η Ιανουαρίου. Μέχρι τότε, η αλλαγή του χρόνου ξεκινούσε την 25η Μαρτίου, λίγο μετά την εαρινή ισημερία, και όταν κορυφωνόταν το οκταήμερο των εορταστικών εκδηλώσεων, δηλαδή την 1η Απριλίου, γινόταν η μετάβαση στο νέο έτος.
Με την υιοθέτηση λοιπόν του Γρηγοριανού ημερολογίου - το οποίο ο Πάπας Γρηγόριος ο 13ος λίγο αργότερα, το 1582, διέταξε με παπική βούλα να αντικαταστήσει το Ιουλιανό, ακολουθώντας τις οδηγίες της Συνόδου του Τρέντο (1545-1563) - η έναρξη του έτους μεταφέρθηκε στην 1η Ιανουαρίου. Ωστόσο, είτε επειδή τα νέα άργησαν να φτάσουν σε όλα τα μέρη της Γαλλίας, είτε επειδή ορισμένοι δύστροποι αρνήθηκαν να συμμορφωθούν με τις προσταγές του βασιλιά, η 1η Απριλίου εξακολούθησε να αποτελεί γι' αυτούς την ημέρα αλλαγής του έτους. Το αποτέλεσμα ήταν οι άλλοι να τους κοροϊδεύουν, αποκαλώντας τους "ψάρια του Απρίλη", επειδή αυτή την εποχή του χρόνου γίνεται η μετάβαση από τον ζωδιακό κύκλο των Ιχθύων. Τους έστελναν λοιπόν ψεύτικα δώρα, προσκλήσεις σε ανύπαρκτες γιορτές, κλπ.
Από τη Γαλλία το έθιμο ταξίδεψε στην Αγγλία τον 18ο αιώνα και από κει στην Αμερική και τον υπόλοιπο κόσμο. Στη Σκωτία, το έθιμο διαρκεί δύο ημέρες, από τις οποίες η δεύτερη - η "μέρα της ουράς" - είναι αφιερωμένη σε φάρσες που σχετίζονται με το πίσω μέρος του σώματός μας. Έτσι, για παράδειγμα, κολλούν σημειώματα στα οπίσθια κάποιου, με την ένδειξη "Κλώτσα με", κλπ. Στο Μεξικό, η "Ημέρα των Αθώων", όπως ονομάζεται - κάτι αντίστοιχο του εθίμου της πρωταπριλιάς - γιορτάζεται την 28η Δεκεμβρίου. Η αποφράδα αυτή μέρα είχε καθιερωθεί ως μνημόσυνο για τη σφαγή των μικρών παιδιών από τον βασιλιά Ηρώδη. Ωστόσο, με το πέρασμα των χρόνων, η επέτειος απέκτησε έναν πιο ανάλαφρο χαρακτήρα, με αθώες φάρσες και ψέματα.
Το έθιμο της πρωταπριλιάς καθιερώθηκε σ' όλο τον κόσμο ως μια ανεπίσημη γιορτή γεμάτη φάρσες και, κατά κάποιο τρόπο, "δικαιολογημένα" ψέματα. Κάποτε σε ένα πρόγραμμα της βρετανικής τηλεόρασης υπήρχε εκτενής αναφορά στον τρόπο με τον οποίο οι παραγωγοί μακαρονιού συλλέγουν τη σοδειά τους από τα "μακαρονόδεντρα"!
Βέβαια, δεν περιμένει κανείς την 1η Απριλίου για να διαπιστώσει ότι το ψέμα κυριαρχεί στη ζωή μας. Το αθώο, "κατά συνθήκη" ψεύδος, από τη μια, το λέμε αναγκαστικά και ελαφρά τη καρδία αν, για παράδειγμα, μια φίλη μας επιζητά μανιωδώς την επιβράβευσή μας για την κόμη της, άρτι αφιχθείσα από το κομμωτήριο. Από την άλλη πλευρά όμως, το ψέμα που στόχο έχει να εξαπατήσει και να βλάψει είναι επικίνδυνο. Ίσως η πρωταπριλιά να μας το θυμίζει αυτό. Σε κάθε περίπτωση πάντως, όπως γράφει η αμερικανίδα ποιήτρια Έμιλυ Ντίκινσον, και "την αλήθεια πρέπει να τη λες με τρόπο, όπως στα μικρά παιδιά, γιατί πληγώνει."
 Πηγή:plasteldeco