Κυριακή, 20 Δεκεμβρίου 2015

Nα ζεις, ν’ αγαπάς και να μαθαίνεις.

«Όταν γελάς, κινδυνεύεις να περάσεις για χαζός». Και τι μ’
αυτό; Οι χαζοί διασκεδάζουν πολύ.
«Όταν κλαις, κινδυνεύεις να περάσεις για συναισθηματικός». Μ’
αρέσει. Τα δάκρυα βοηθάνε.
«Όταν ανοίγεσαι στον άλλο, κινδυνεύεις να μπλεχτείς». Ποιος λέει
ότι το μπλέξιμο είναι κίνδυνος; Εγώ θέλω να μπλεχτώ.
«Όταν εκδηλώνεις τα συναισθήματά σου, κινδυνεύεις να δείξεις
τον πραγματικό σου εαυτό». Και τι άλλο έχω να δείξω;
«Όταν εκθέτεις τις ιδέες και τα όνειρά σου μπροστά στους άλλους,
κινδυνεύεις να χαρακτηριστείς αφελής». Α, μ’ έχουν χαρακτηρίσει πολύ χειρότερα
απ’ αυτό.
«Όταν αγαπάς, κινδυνεύεις να μη στο ανταποδώσουν». Δεν αγαπώ
για ανταπόδοση.
«Όταν ζεις, κινδυνεύεις να πεθάνεις». Είμαι έτοιμος γι’ αυτό.
«Όταν ελπίζεις, κινδυνεύεις ν’ απογοητευτείς, κι όταν δοκιμάζεις,
κινδυνεύεις ν’ αποτύχεις». Ναι, αλλά πρέπει να ρισκάρεις, γιατί ο μεγαλύτερος κίνδυνος
στη ζωή είναι να μη ρισκάρεις τίποτε. Ο άνθρωπος που δε ρισκάρει τίποτε, δεν κάνει
τίποτε, δεν έχει τίποτε, δεν είναι τίποτε, και γίνεται ένα τίποτε. Μπορεί ν’
αποφεύγει τον πόνο και τη λύπη, όμως δεν μπορεί να μάθει, να νιώσει, ν’ αλλάξει,
ν’ αναπτυχθεί, ν’ αγαπήσει και να ζήσει. Δεμένος με τις βεβαιότητές του, είναι ένας
σκλάβος. Έχει παραιτηθεί από την ελευθερία του. Μόνο ο άνθρωπος που ρισκάρει είναι
πραγματικά ελεύθερος.»
 
Λεό Μπουσκάλια

Σάββατο, 19 Δεκεμβρίου 2015

Το ταξίδι.

Τα καράβια μας πατέρα
ξεκίνησαν πριν την αυγή,
γεμάτα όνειρα κι' ελπίδες.
Τα βλέμματα μας στις πυξίδες
μη χάσουμε το δρόμο.
Ήσουν καλός καπετάνιος,
κι' άντεξε το καράβι σου
στις χαλασιές.
Όμως πατέρα,
στο τέλος του ταξιδιού
έστεκε ο θάνατος,
σ' αγκάλιασε σαν παλιόφιλος,
σε φίλησε,
κι' εσύ του χαμογέλασες,
κι' είπες πως τον περίμενες.
Γιατί ήξερες πατέρα,
πως η πυξίδα της ζωής
έχει για βόρειο πόλο
το θάνατο.

Δευτέρα, 14 Δεκεμβρίου 2015

Η Σονάτα του Σεληνόφωτος(απόσπασμα).

[Ανοιξιάτικο βράδι. Μεγάλο δωμάτιο παλιού σπιτιού. Μια ηλικιωμένη γυναίκα, ντυμένη στα μαύρα, μιλάει σ’ έναν νέο. Δεν έχουν ανάψει φως. Απ’ τα δυο παράθυρα μπαίνει ένα αμείλικτο φεγγαρόφωτο. Ξέχασα να πω ότι η Γυναίκα με τα Μαύρα έχει εκδώσει δυο-τρεις ενδιαφέρουσες ποιητικές συλλογές θρησκευτικής πνοής. Λοιπόν, η Γυναίκα με τα Μαύρα μιλάει στον Νέο]:

΄Αφησέ με νάρθω μαζί σου. Τι φεγγάρι απόψε!
            Είναι καλό το φεγγάρι, ¾ δε θα φαίνεται
            που ασπρίσαν τα μαλλιά μου. Το φεγγάρι
            θα κάνει πάλι χρυσά τα μαλλιά μου. Δε θα καταλάβεις.
5          ΄Αφησέ με νάρθω μαζί σου.

            ΄Οταν έχει φεγγάρι μεγαλώνουν οι σκιές μες στο σπίτι,
            αόρατα χέρια τραβούν τις κουρτίνες,
            ένα δάχτυλο αχνό γράφει στη σκόνη του πιάνου
            λησμονημένα λόγια ¾ δε θέλω να τ’ ακούσω. Σώπα.

10         ΄Αφησέ με νάρθω μαζί σου
            λίγο πιό κάτου, ως τη μάντρα του τουβλάδικου,
            ως εκεί που στρίβει ο δρόμος και φαίνεται
13         η πολιτεία τσιμεντένια κι αέρινη, ασβεστωμένη με φεγγαρόφωτο,
            . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

33         Το ξέρω πως καθένας μονάχος πορεύεται στον έρωτα,
            μονάχος στη δόξα και στο θάνατο.
35         Το ξέρω. Το δοκίμασα. Δεν ωφελεί.
            ΄Αφησέ με νάρθω μαζί σου.

37         Τούτο το σπίτι στοίχειωσε, με διώχνει ¾
            θέλω να πω έχει παλιώσει πολύ, τα καρφιά ξεκολλάνε,
            τα κάδρα ρίχνονται σα να βουτάνε στο κενό,
40         οι σουβάδες πέφτουν αθόρυβα
            όπως πέφτει το καπέλο του πεθαμένου απ' την κρεμάστρα στο σκοτεινό διάδρομο
            όπως πέφτει το μάλλινο τριμμένο γάντι της σιωπής απ' τα γόνατά της
43         ή όπως πέφτει μια λουρίδα φεγγάρι στην παλιά, ξεκοιλιασμένη πολυθρόνα.
            . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

215       ΄Αφησέ με νάρθω μαζί σου.

            Α, φεύγεις; Καληνύχτα. ΄Οχι, δε θάρθω.          Καληνύχτα.
            Εγώ θα βγω σε λίγο. Ευχαριστώ. Γιατί, επιτέλους, πρέπει
            να βγω απ' αυτό το τσακισμένο σπίτι.
219       Πρέπει να δω λιγάκι πολιτεία, ¾ όχι, όχι το φεγγάρι ¾
            την πολιτεία με τα ροζιασμένα χέρια της, την πολιτεία του μεροκάματου,
            την πολιτεία που ορκίζεται στο ψωμί και στη γροθιά της
            την πολιτεία που όλους μας αντέχει στη          ράχη της
            με τις μικρότητές μας, τις κακίες, τις έχτρες μας,
            με τις φιλοδοξίες, την άγνοιά μας και τα γερατειά μας, ¾
225       ν' ακούσω τα μεγάλα βήματα της πολιτείας,
            να μην ακούω πια τα βήματά σου
227       μήτε τα βήματα του Θεού, μήτε και τα δικά μου βήματα. Καληνύχτα.
           
            (Το δωμάτιο σκοτεινιάζει. Φαίνεται πως κάποιο σύννεφο θάκρυψε το φεγγάρι. Μονομιάς, σαν κάποιο χέρι να δυνάμωσε το ραδιόφωνο του γειτονικού μπαρ, ακούστηκε μια πολύ γνωστή μουσική φράση. Και τότε κατάλαβα πως όλη τούτη τη σκηνή τη συνόδευε χαμηλόφωνα η "Σονάτα του Σεληνόφωτος", μόνο το πρώτο μέρος. Ο Νέος θα κατηφορίζει τώρα μ' ένα ειρωνικό κ' ίσως συμπονετικό χαμόγελο στα καλογραμμένα χείλη του και μ' ένα συναίσθημα απελευθέρωσης. ΄Οταν θα φτάσει ακριβώς στον Αη-Νικόλα, πριν κατέβει τη μαρμάρινη σκάλα, θα γελάσει, ¾ ένα γέλιο δυνατό, ασυγκράτητο. Το γέλιο του δε θ' ακουστεί καθόλου ανάρμοστα κάτω απ' το φεγγάρι. ΄Ισως το μόνο ανάρμοστο νάναι το ότι δεν είναι καθόλου ανάρμοστο. Σε λίγο ο Νέος θα σωπάσει, θα σοβαρευτεί και θα πει: "Η παρακμή μιας εποχής". ΄Ετσι, ολότελα ήσυχος πια, θα ξεκουμπώσει πάλι το πουκάμισό του και θα τραβήξει το δρόμο του. ΄Οσο για τη γυναίκα με τα μαύρα, δεν ξέρω αν βγήκε τελικά απ' το σπίτι. Το φεγγαρόφωτο λάμπει ξανά. Και στις γωνιές του δωματίου οι σκιές σφίγγονται από μιαν αβάσταχτη μετάνοια, σχεδόν οργή, όχι τόσο για τη ζωή, όσο για την άχρηστη εξομολόγηση. Ακούτε; Το ραδιόφωνο συνεχίζει).

Γιάννης Ρίτσος.


Πέμπτη, 10 Δεκεμβρίου 2015

Οι δύο πέτρες.

Έχω μια πέτρα στο λαιμό μου, βράχο μεγάλο, πάνω του σκάβω λόγια, ονόματα τόπους. Χάρτες, διαδρομές.
Τρίβω, σπάω το αλάτι, βλέπω το χρώμα της αυγής, νιώθω το αγιάζι της νύχτας.
Έρχεται ο ήλιος  ανάβει  τη σκιά, με γυροφέρνει  κατά το κέφι του, άλλες φορές  με πιάνει από τα πόδια και με στριφογυρίζει χαχανίζοντας και γελώντας, άλλες πάλι  με αρπάζει από τα δυο μου χέρια, με σηκώνει ψηλά πάνω από το κεφάλι του -σαν να είναι ο παλαιστής Τζιμ Λόντος  και να εξασκείται στο αεροπλανικό κόλπο που τον έκανε διάσημο-με στροβιλίζει και με πετά  με πάταγο, με σκάει  με δύναμη στο χώμα, το πώς ζω ακόμα, το πώς δεν έχω τσακίσει, ένας Θεός το ξέρει. 
Αυτή η πέτρα είναι η υπομονή, είναι ο δρόμος  των υποχρεώσεων, της κατανόησης  και των συμβιβασμών, υπάρχει όμως  και μια άλλη πέτρα-στο λαιμό μου κι αυτή-  λιθάρι, αγκωνάρι, κεφάλι αγύριστο, δρόμος επικίνδυνος κακοτράχαλος που τον περπάτησα χωρίς συγκατάβαση, ελεύθερος, ανάποδος, αζάπης, πλάνος, μοναχός.
Σε αυτήν την πέτρα έρχεται τα μεσάνυχτα  ένα πουλί παράξενο, απόκοσμο, κάθεται σιωπηλό, δε λέει τίποτα και με το πρώτο φως της μέρας φεύγει, πετά μακριά. 
Του στήνω δίχτυ, του βάζω ξόβεργες, θηλιές, παγίδες, δεν πιάνεται.
Δυο πέτρες, μυλόπετρες, με αλέθουν, με στύβουν, με λιώνουν.
Θοδωρής Γκόνης
 Πηγή:protagon.gr

Δευτέρα, 7 Δεκεμβρίου 2015

«Ο πατέρας δεν πίνει στους ουρανούς»

Χθες είδα πάλι στον ύπνο μου τον πατέρα. Καθόμασταν οι
δυο μας σ’ ένα τραπέζι με καρό τραπεζομάντιλο. Κάποιος μας
έφερε δυο ποτηράκια και κρασί. – Είσαι καλά; Του λέω.
- Καλά, καλά, και μου ‘πιασε το χέρι. – Άντε, στην
υγειά σου, είπε. Σήκωσε το ποτήρι, τσούγκρισε και το άφησε
πάνω στο τραπέζι. – Δεν πίνεις; Ρώτησα. – Εσύ να πιεις,
απάντησε. Εγώ δε θέλω να ξεχάσω
 
 
 Γιάννης Βαρβέρης

Τρίτη, 1 Δεκεμβρίου 2015

Προς την μητέρα μου.

Μάννα μου, εγώ ’μαι τ’ άμοιρο, το σκοτεινό τρυγόνι 
όπου το δέρνει ο άνεμος, βροχή που το πληγώνει.
Το δόλιο! όπου κι αν στραφεί κι απ όπου κι αν περάσει,
δε βρίσκει πέτρα να σταθεί κλωνάρι να πλαγιάσει.

Εγώ βαρκούλα μοναχή, βαρκούλ’ αποδαρμένη
μέσα σε πέλαγο ανοιχτό, σε θάλασσ’ αφρισμένη,
παλεύω με τα κύματα χωρίς πανί, τιμόνι
κι άλλη δεν έχω άγκυρα πλην την ευχή σου μόνη.

Στην αγκαλιά σου τη γλυκειά, μανούλα μου, ν’ αράξω
μεσ’ στο βαθύ το πέλαγο αυτό πριχού βουλιάξω.

Μανούλα μου, ήθελα να πάω, να φύγω, να μισέψω
του ριζικού μου από μακρυά τη θύρα ν’ αγναντέψω.
Στο θλιβερό βασίλειο της Μοίρας να πατήσω,
κι εκεί να βρω τη μοίρα μου και να την ερωτήσω.

Να της ειπώ: είναι πολλά, σκληρά τα βάσανά μου,
ωσάν το δίχτυ που σφαλνά θάλασσα, φύκια κι άμμο.
Είναι κι η τύχη μου σκληρή, σαν την ψυχή τη μαύρη
π’ αρνήθηκε την Παναγιά κι οπ’ έλεος δεν θα ’βρει.

Κι εκείνη μ’ αποκρίθηκε κι εκείνη απελογήθη:
«Ήτο ανήλιαστη, άτυχε, η μέρα που ’γεννήθης·
άλλοι επήραν τον ανθό και συ τη ρίζα πήρες,
όντας σε έπλασ’ ο Θεός δεν είχε άλλες μοίρες».

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ