Δευτέρα, 14 Δεκεμβρίου 2015

Η Σονάτα του Σεληνόφωτος(απόσπασμα).

[Ανοιξιάτικο βράδι. Μεγάλο δωμάτιο παλιού σπιτιού. Μια ηλικιωμένη γυναίκα, ντυμένη στα μαύρα, μιλάει σ’ έναν νέο. Δεν έχουν ανάψει φως. Απ’ τα δυο παράθυρα μπαίνει ένα αμείλικτο φεγγαρόφωτο. Ξέχασα να πω ότι η Γυναίκα με τα Μαύρα έχει εκδώσει δυο-τρεις ενδιαφέρουσες ποιητικές συλλογές θρησκευτικής πνοής. Λοιπόν, η Γυναίκα με τα Μαύρα μιλάει στον Νέο]:

΄Αφησέ με νάρθω μαζί σου. Τι φεγγάρι απόψε!
            Είναι καλό το φεγγάρι, ¾ δε θα φαίνεται
            που ασπρίσαν τα μαλλιά μου. Το φεγγάρι
            θα κάνει πάλι χρυσά τα μαλλιά μου. Δε θα καταλάβεις.
5          ΄Αφησέ με νάρθω μαζί σου.

            ΄Οταν έχει φεγγάρι μεγαλώνουν οι σκιές μες στο σπίτι,
            αόρατα χέρια τραβούν τις κουρτίνες,
            ένα δάχτυλο αχνό γράφει στη σκόνη του πιάνου
            λησμονημένα λόγια ¾ δε θέλω να τ’ ακούσω. Σώπα.

10         ΄Αφησέ με νάρθω μαζί σου
            λίγο πιό κάτου, ως τη μάντρα του τουβλάδικου,
            ως εκεί που στρίβει ο δρόμος και φαίνεται
13         η πολιτεία τσιμεντένια κι αέρινη, ασβεστωμένη με φεγγαρόφωτο,
            . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

33         Το ξέρω πως καθένας μονάχος πορεύεται στον έρωτα,
            μονάχος στη δόξα και στο θάνατο.
35         Το ξέρω. Το δοκίμασα. Δεν ωφελεί.
            ΄Αφησέ με νάρθω μαζί σου.

37         Τούτο το σπίτι στοίχειωσε, με διώχνει ¾
            θέλω να πω έχει παλιώσει πολύ, τα καρφιά ξεκολλάνε,
            τα κάδρα ρίχνονται σα να βουτάνε στο κενό,
40         οι σουβάδες πέφτουν αθόρυβα
            όπως πέφτει το καπέλο του πεθαμένου απ' την κρεμάστρα στο σκοτεινό διάδρομο
            όπως πέφτει το μάλλινο τριμμένο γάντι της σιωπής απ' τα γόνατά της
43         ή όπως πέφτει μια λουρίδα φεγγάρι στην παλιά, ξεκοιλιασμένη πολυθρόνα.
            . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

215       ΄Αφησέ με νάρθω μαζί σου.

            Α, φεύγεις; Καληνύχτα. ΄Οχι, δε θάρθω.          Καληνύχτα.
            Εγώ θα βγω σε λίγο. Ευχαριστώ. Γιατί, επιτέλους, πρέπει
            να βγω απ' αυτό το τσακισμένο σπίτι.
219       Πρέπει να δω λιγάκι πολιτεία, ¾ όχι, όχι το φεγγάρι ¾
            την πολιτεία με τα ροζιασμένα χέρια της, την πολιτεία του μεροκάματου,
            την πολιτεία που ορκίζεται στο ψωμί και στη γροθιά της
            την πολιτεία που όλους μας αντέχει στη          ράχη της
            με τις μικρότητές μας, τις κακίες, τις έχτρες μας,
            με τις φιλοδοξίες, την άγνοιά μας και τα γερατειά μας, ¾
225       ν' ακούσω τα μεγάλα βήματα της πολιτείας,
            να μην ακούω πια τα βήματά σου
227       μήτε τα βήματα του Θεού, μήτε και τα δικά μου βήματα. Καληνύχτα.
           
            (Το δωμάτιο σκοτεινιάζει. Φαίνεται πως κάποιο σύννεφο θάκρυψε το φεγγάρι. Μονομιάς, σαν κάποιο χέρι να δυνάμωσε το ραδιόφωνο του γειτονικού μπαρ, ακούστηκε μια πολύ γνωστή μουσική φράση. Και τότε κατάλαβα πως όλη τούτη τη σκηνή τη συνόδευε χαμηλόφωνα η "Σονάτα του Σεληνόφωτος", μόνο το πρώτο μέρος. Ο Νέος θα κατηφορίζει τώρα μ' ένα ειρωνικό κ' ίσως συμπονετικό χαμόγελο στα καλογραμμένα χείλη του και μ' ένα συναίσθημα απελευθέρωσης. ΄Οταν θα φτάσει ακριβώς στον Αη-Νικόλα, πριν κατέβει τη μαρμάρινη σκάλα, θα γελάσει, ¾ ένα γέλιο δυνατό, ασυγκράτητο. Το γέλιο του δε θ' ακουστεί καθόλου ανάρμοστα κάτω απ' το φεγγάρι. ΄Ισως το μόνο ανάρμοστο νάναι το ότι δεν είναι καθόλου ανάρμοστο. Σε λίγο ο Νέος θα σωπάσει, θα σοβαρευτεί και θα πει: "Η παρακμή μιας εποχής". ΄Ετσι, ολότελα ήσυχος πια, θα ξεκουμπώσει πάλι το πουκάμισό του και θα τραβήξει το δρόμο του. ΄Οσο για τη γυναίκα με τα μαύρα, δεν ξέρω αν βγήκε τελικά απ' το σπίτι. Το φεγγαρόφωτο λάμπει ξανά. Και στις γωνιές του δωματίου οι σκιές σφίγγονται από μιαν αβάσταχτη μετάνοια, σχεδόν οργή, όχι τόσο για τη ζωή, όσο για την άχρηστη εξομολόγηση. Ακούτε; Το ραδιόφωνο συνεχίζει).

Γιάννης Ρίτσος.