Δευτέρα, 9 Νοεμβρίου 2015

Με δυο φιλιά της μάνας μου, με χούφτα γη της γης μου...

Αντικαταστάσεις


Η μητέρα είχε ένα καλαμένιο πανέρι γεμάτο κουβαρίστρες, δαχτυλήθρες, βελόνες, κουμπιά, κρίκους, αγκράφες. Ήταν ένα σωστό περιβολάκι όπου περιδιάβαζαν τα όνειρα της μητέρας. Μια γαλάζια κλωστή άνοιγε ένα πορτάκι στον ουρανό. Επάνω σε μια πράσινη κλωστή περπάταγαν σα σκοινοβάτες φύλλα, παπαγαλάκια, μικρά παγόνια, ένα πουλί με κόκκινη ομπρέλα, μια αναίτια απογευματινή λύπη, ώσπου να φτάσουν με αλλεπάλληλα μικρά πηδήματα στο στρογγυλό τελάρο της μητέρας με το τεζαρισμένο ατλάζι. Εγώ αφαιρούσα κάθε μέρα ένα κομμάτι απ’ τα δέντρα, απ’ το φως, απ’ τον αέρα και τα πρόσθετα στο κέντημα της μητέρας. Ώσπου, σιγά σιγά, έγινε μια μυστική ανταλλαγή ανάμεσα στο σπίτι μας και στο ύπαιθρο. Τα έπιπλά μας δώσανε τη θέση τους σε πουλιά, πηγές, θάμνους. Έτσι, λίγο λίγο άδειασε και το ύπαιθρο απ’την πρασινάδα του και γέμισε καναπέδες, ντουλάπες, καθρέφτες και κουρτίνες. Ο πατέρας, φαίνεται, δεν πήρε είδηση, απ’ αυτή την αλλαγή, γιατί εξακολουθούσε να τινάζει τη στάχτη του τσιγάρου του μέσα σ’ένα κρίνο-δηλαδή στο ίδιο μέρος που ήταν άλλοτε το σταχτοδοχείο. Εγώ κι η μητέρα κοιταζόμαστε κρυφά και κουνούσαμε το κεφάλι μας χαμογελώντας. Τότε άρχισα κι εγώ να καπνίζω, για να κρύβω τα μάτια μου πίσω από τον καπνό. Αργότερα, ένα παιδί κρατούσε ένα ίδιο πανέρι και πουλούσε κεράσια. Αμέσως το αγάπησα. «Το καλάθι της μητέρας» του λέω. Αυτός με κοιτάει. Βγάζει και μου δίνει δυο κεράσια. Δεν είναι πια η μητέρα να κουνήσουμε μαζί το κεφάλι χαμογελώντας. «Ευχαριστώ», του λέω και του δίνω δυο δεκάρες. «Εγώ στα χάρισα- μου λέει. Δε θέλω πλερωμή». Μου πέταξε τις δεκάρες μπρος στα πόδια μου. Τις μάζεψα. Κρατώ τα κεράσια με τ’ αριστερό μου χέρι. Λέω τώρα να φυτέψω τα κουκούτσια τους μέσα σε δυο δαχτυλήθρες, στο πανέρι της μητέρας. Και βέβαια που θα φυτρώσουν δυο μικρές κερασιές στη θέση που κεντούσαν τα χέρια της. Και θα’ χουν την ίδια μακρόθυμη έκφρασή της. «Ευχαριστώ», του λέω ξανά. Επειδή τον αγαπούσα πολύ και δεν μπορούσα να θυμώσω.

Γ. Ρίτσος, Αρίοστος ο Προσεχτικός αφηγείται στιγμές του βίου του και του ύπνου του, σελ. 23-24, τ. 1ος

ΝΕΑΠΟΛΗ ΗΛΕΙΑΣ

Το χωριό μου βρίσκεται 5 χμ ΒΑ της Βάρδας σε υψόμετρο 70μ ανάμεσα στους ποταμούς Βέργα και Ντρεμούσα. Δοιηκητικά ανήκει στον δήμο Ανδραβίδας Κυλλήνης και έχει 380 κατοίκους (2011)Ιστορικές πηγές κάνουν αναφορά για τον αγωνιστή της επανάστασης του 1821, τον Γερανδρέα Τσουρούλα από το Μπεντένι ,ήταν παλαιά ονομασία του χωριού μέχρι και το 1955.Το 1835 σχηματίζεται ο δήμος Καλοτυχίας(Ψάρι), Ζουλάτικα, Μάζι, Ρετούνη, Καπελέτο, Μπεντένι, Ματαράγκα, Καγκάδι, Μαλίκι, Κόκλα, Μπόρσι, Βάλαγκα, Δαούτι, Ξενιές, Σπάτα, Καλυβάκια, Βάρδα, Λάππα, Κουνουπέλι, Μετόχι. Το 1841 ο δήμος Καλοτυχίας συγχωνεύθηκε στο δήμο Βουπρασίας με έδρα το ψάρι. Το 1911 έχουμε την κατάργηση των δήμων και το χωριό αποτελεί πλέον κοινοτητα. Το χωριό συμπεριλαμβάνει τους οικισμούς Καστανέικα, Λαμπηρέικα, Ραφτέικα, Γιανοπουλέικα, Τζουδέικα και Παναγοπουλέικα.