Σάββατο, 27 Σεπτεμβρίου 2014

“Σ΄ αγαπώ, να προσέχεις”

…Σηκώθηκες απότομα, φόρεσες ένα ασιδέρωτο t-shirt, κοίταξες φευγαλέα το χλωμό σου πρόσωπο στον καθρέφτη του χωλ και, παίρνοντας στο χέρι το βρώμικο μπουφάν σου, κίνησες να φύγεις…
- Πού πας;
- Όπου θέλω πάω …. λογαριασμό;…
- Να έρθω μαζί σου;
- Δεν θα είσαι με τα καλά σου… Δεν είναι για σένα… αυτά …
- Γιατί; …επειδή είμαι μεγάλη;
- Α, … γεια  σου… μέσα έπεσες.
- Με πληγώνεις…
- Δεν φταίω εγώ. Η ταυτότητά σου φταίει …Ας το σκεφτόσουν πριν… Άει παράτα με…
- Βρέχει …. να σε κατεβάσω με το αυτοκίνητο τουλάχιστον …. Θα κρυώσεις.
- Για να με πάρεις στο κατόπι; …. Για να με παρακολουθείς πού θα πάω; ….Φόρτωμα μου έχεις γίνει…Δεν το καταλαβαίνεις;
- Δεν θα σε πάρω στο κατόπι …. άσε με να είμαστε λίγο ακόμα μαζί… να μιλάμε …..
- Μίλα μόνη σου… Τέλος πάντων…Ντύσου και πάμε…Θα με αφήσεις στην κεντρική πλατεία.
Ντύθηκα αμίλητη, πήρα τα κλειδιά στο χέρι και …..
Η βροχή  είχε νοτίσει τα πάντα. Μεσάνυχτα παρά κάτι. Κρύο ….. Σε ένιωθα δίπλα μου να τρέμεις ….. Δεν μίλησα …. Κάτι, σαν φυσικός πόνος,  έσφιγγε το στήθος μου ….. Έβαλα μπρος τους υαλοκαθαριστήρες κι άνοιξα το ραδιόφωνο…
Κράτησα την ανάσα μου, όταν με την άκρη του ματιού μου, αντιλήφθηκα πως με κοίταζες. Ένιωσα το βλέμμα σου σαν χάδι … Όχι …. όχι επειδή έτσι θα το ήθελα, μα …. Είμαι σίγουρη πως με “χάϊδευες” με τα μάτια σου …. τα μεγάλα, πάντα “βρεμμένα”, πανέμορφα, γκρίζα μάτια σου ….. “Μωρό μου … γλυκό μου μωρό ….”  ήθελα να σου ψιθυρίσω …..
Η φωνή σου ακούστηκε ξερή σαν πυροβολισμός:
- Σταμάτα… Θα κατέβω εδώ.
Παρακολούθησα την λατρευτή σου φιγούρα  να απομακρύνεται μέσα στη βροχή. Ψηλός, αδύνατος, με τα μακρυά σου μαλλιά να τα χτυπά και να τα μουσκεύει η …. ανάσα της βροχής. Ευθυτενής και αγέρωχος, όπως πάντα, με το … στυλάκι του “δεν με νοιάζει κι αν βραχώ” …. Απόψε όμως …. σαν να μου φάνηκε πως έγερνες λιγάκι τους ώμους …. σαν κάτι να τους βάρυνε …. ή μου φάνηκε;…. Μπορεί και να μου φάνηκε …. 
Πλησίασα το πρόσωπό μου στο τζάμι του αυτοκινήτου. Το τζάμι, παγωμένο, θάμπωσε από την καυτή μου ανάσα . Άπλωσα τον δείκτη του δεξιού μου χεριού και το …. έσυρα μαλακά πάνω στο νοτισμένο τζάμι : 
Δεν γύρισες να με κοιτάξεις …. Σε κατάπιε η βρεγμένη νύχτα ….
Ήθελα να κλάψω, μα δεν μπορούσα …. Έμεινα ακουμπισμένη στο τζάμι ώρα πολλή. Το καυτό μου μέτωπο  έσβησε το … “μήνυμά” μου. Ούτως ή άλλως δεν είχες γυρίσει το κεφάλι για να το δεις …. Είχες φύγει  χωρίς να γυρίσεις να με δεις….
Ώρα πολλή….
……………………………………………………………….
…… Ο χαρούμενος ήχος της “Ελαφράς Ταξιαρχίας”  ξεκόλλησε απότομα το μέτωπό μου από το τζάμι. Έψαξα ταραγμένη για το κινητό μου. SMS … από σένα ….. Τα χέρια μου έτρεμαν…. Όλη η καμπίνα του αυτοκινήτου έγινε μια φωσφορίζουσα οθόνη κινητού τηλεφώνου …. Το “YES” …. έτριξε κάτω από τον παγωμένο μου αντίχειρα :
ΚΙ ΕΓΩ Σ’ ΑΓΑΠΑΩ , ΜΑΜΑ
ΟΜΩΣ ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΣΤΟ ΠΩ …
ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟ ΤΟ ΘΗΡΙΟ ΜΕΣΑ ΜΟΥ
ΠΟΥ ΜΕ ΚΡΑΤΑΕΙ …
ΑΥΤΑ ΤΑ 17 ΜΟΥ ΧΡΟΝΙΑ ….
ΟΜΩΣ , ΚΙ ΕΓΩ Σ’ ΑΓΑΠΑΩ ΜΑΜΑ
ΚΑΙ …. ΜΗ ΣΚΑΣ … ΘΑ ΠΡΟΣΕΧΩ
Η βροχή … σταμάτησε απότομα . Άνοιξε την πόρτα του συνοδηγού, μπήκε μέσα και …. θρονιάστηκε πάνω στα μάτια μου …..
Από τότε  πέρασαν …… 7 ολόκληρα χρόνια ……