Δευτέρα, 20 Οκτωβρίου 2014

Να αρμενίζεις.

Όπου συννεφιά και κόσμος.
Το γνωρίζουν οι ναυτικοί. Το ξέρουν όσοι ταξιδεύουν. Όσοι βολτατζάρουν.
Οι ποντοπόροι. Αυτοί που αγαπούν τη θάλασσα. Την αρμυρή δροσιά της.
Τα σύννεφα προτιμούν την ξηρά. Εκεί κατασκηνώνουν. Εκεί αδειάζουν τον κεραυνό τους. Κατακέφαλα. Μέσα τους κρύβουν τον δύστροπο, αλλοπρόσαλλο Θεό τους. Τις δέκα εντολές, τις συμβουλές του.
Με τα πανιά μας ανοιχτά, την άγκυρα στη μάσκα, γερμένοι, κρεμασμένοι στα ρέλια, ξεκινάμε: «Πορεία προς το νοτιά».
Δεκαπέντε χρόνια συννεφιά, είναι πολλά.
Στη θάλασσα! Στη θάλασσα! «Άλλος λάμπει ουρανός, άλλα κλωνάρια».
Ισθμοί, πορθμοί, στήλες Ηράκλειες, στενά, και συμπληγάδες, μικρές και μεγάλες Κυκλάδες οι δρόμοι μας. Η άσπρη φάλαινα. Ο Μόμπι Ντικ.
Ακρωτήρια, κάβοι και φανάρια χτισμένα πάνω στα νερά. Νερά μαβιά, μελανιασμένα, άγρια, σαν το ατσάλι και το κρύσταλλο. Πράσινα φουρτουνιασμένα σαν εσένα.
Να αρμενίζεις, όχι να ζεις. Αυτό είναι το αναγκαίο, αυτό το δύσκολο, αυτό η ζωή η ίδια.
Αυτό ήθελες πάντα. Ποτέ δεν ήθελες να γίνεις, την ήξερες την παγίδα, τον φοβόσουνα το ρόλο αυτόν που σε απέκλειε από τις άπειρες τις δυνατότητες της ίδιας της ζωής.
Ποτέ θα γίνω.
Πάντα δεν θα γίνω.
Ένα λοιπόν μπορούμε να πούμε τώρα που στολιστήκαμε σκουριά, φούμο και σκόνη. Τώρα που αρματώνουμε πανιά. Ένα.
Αυτό θα γράψουμε, θα σκαλίσουμε πάνω στην  πλώρη, με τα δικά μας, τα μεγάλα γράμματα, τα άλικα, τα ανεξίτηλα, αυτό θα κάνουμε οικόσημο και έμβλημα.
«ΔΕΝ ΕΙΜΑΣΤΕ ΔΕΝ ΘΕΛΟΥΜΕ»