Τρίτη, 27 Ιανουαρίου 2015

«Γράμμα στη μητέρα μου»

c160206manousakis_biodig_9_1_m


“Ακόμα ζεις, καλή μου εσύ, γριά μου μητέρα,
να μαι, λοιπόν… σε χαιρετώ από καρδιάς.
Πάνω απ’ τη στέγη σου να λάμπει κάθε εσπέρα
η χρυσαφένια εκείνη αχτίνα της σπλαχνιάς.

Μου γράφουν, λέει, πως μου πικραίνεσαι, – έλα, πες το,
 για με σαράκι την καρδιά σου ροκανά.
Με το παλιό, ξεθωριασμένο σου ζακέτο
έξω στη στράτα βγαίνεις, λέει, συχνά πυκνά.

Μες στο σκοτάδι μοναχή σου, λένε μου ότι
καυγάδες σκέφτεσαι, φωνές στα καπηλειά,
ότι καρφώνουν στην καρδιά κάποιου προδότη
μακρύ μαχαίρι με λεπίδα θαλασσιά.

Τίποτα τέτοιο… Μη μου σκας. Γαλήνια κοίμου.
Ένας κακός βραχνάς μονάχα ειν’ αυτό,
λες νάχω γίνει τόσο μέθυσος, καλή μου,
που να πεθάνω δίχως νάρθω να σε δω;

Όχι, μητέρα, ίδια στοργή με δένει ακόμα
και σαν γιατρειά μου, όλο ονειρεύομαι ναρθώ
στο πατρικό, το χαμηλό, παλιό μας δώμα
να σ’ ανταμώσω όσο πιο γρήγορα μπορώ.

Όταν θ’ ανθίσουνε στον κήπο μας, κει πέρα,
αλαφροσάλευτα κλωνάρια εαρινά,
θα ξαναρθώ. Μα να προσέχεις πια, μητέρα,
μη με ξυπνάς τόσο νωρίς τα πρωινά.

Για ό, τι ανεκπλήρωτο έχει μείνει, ας είναι ειρήνη,
ειρήνη στα όνειρα που χάθηκαν, αλοί.
Τώρα, μητέρα, μοναχά τη λησμοσύνη
ζητάει ο γιος σου που απελπίστη νέος πολύ.

Κι ω, μη ζητήσεις να μου μάθεις τώρα πάλι
την προσευχή που δε χωράει μου στην καρδιά,
φέγγος για μένα και βοήθεια δεν ειν’ άλλη
εξόν, μητέρα, απ’ τη δικιά σου τη ματιά.

Αυτά, λοιπόν, κι απ’ την καρδιά σου πέταξέ τον
τον κρύφιο σάρακα για με, που σε πονά,
με το παλιό σου το ίδιο εκείνο το ζακέτο
έξω στη στράτα μην πετιέσαι έτσι συχνά.”
(Σεργκέη Γεσένιν, Ποιήματα, μτφ. Γ. Ρίτσος, Κέδρος)