Τετάρτη, 20 Μαΐου 2015

Μάνα.

Γύριζα δρόμους και στιγμές.
Πονούσα. Μου ‘λεγες «δεν φταις»
και σε ξεχνούσα.
Σαν ήμουνα στο μύθο μου
και αγαπούσα τάχα μου
και νάρκισσο με έλεγα….
«Τρως?», «ντύνεσαι?», «πώς τα περνάς?»μου  ‘ λεγες.
Μάνα μου.
«Καλώς το παιδί μου!»
και μια αγκαλιά την πιο θερμή
και τα φιλιά αληθινά.
Δυο τρεις στιγμές μονάχα
κι έφευγα.
Μάνα.

Και σε ξεχνούσα για καιρό πολύ
στους δρόμους μου
και στις στιγμές,
στις αγκαλιές και στις βρισιές…
Με διώχνανε και έκλαιγα
μ΄ αγάπαγαν και γέλαγα
κι εσύ εκεί.
Σαν παραθύρι ανοιχτό,
να περιμένεις τη στιγμή
ο ήλιος να’ βγει
και να  ‘ρθεί να σε ζεστάνει.
Μάνα.
Σταμάτησα να περπατώ.
Κοίταξα πίσω να σε δω
και μου γελούσες.
Μάνα.

Ένα ποίημα του Κωνσταντίνου
Πηγή: newagemama.com