Κυριακή, 25 Οκτωβρίου 2015

Μοιρολόγι...

Μοιρολόγι-Νοέμβρης 1937
«Είναι θανάτοι που αφήνουνε μεγάλη πίκρα. Και σε κείνους που απομένουνε, μα το χειρότερο σε κείνον που φεύγει γιατί η πίκρα του ζωντανού έχει παρηγορημό, δίνει καί παίρνει ο νους του, μα η πίκρα του πεθαμένου δε σηκώνει μεταβολή, πετρώνει απάνω του. Κι όμως δεν έχεις το ελεύτερο όχι για χρόνια, όχι για ώρες, μα μηδέ για ένα λεφτό, ν’ αναστήσεις τον πεθαμένο σου, να του μιλήσεις, να τόνε καλοκαρδίσεις κι άμα τόνε καταφέρεις να σου χαμογελάσει, να του ξανακλείσεις τα μάτια του. Νά τονε ξέρεις πεθαμένο μα δίχως βαρυγκόμηση.
Λίγες μέρες είναι που ’χασα τον άντρα μου, και δε μπορώ να πω κανενός τον πόνο μου και θέλω ν’ αδειάσει πια το σπίτι από κάθε ξένο καί συγγενή, να μείνουνε μόνο τα παιδιά μου, και να τα στείλω κι αυτά στο σκολειό, να κλειδώσω την πόρτα και να τόνε κλάψω κουβεδιαστά. Παντρεφτήκαμε, από αγάπη καί ζήσαμε δεκατέσσερα χρόνια, χωρίς να πούμε ο ένας στον άλλο βαρύ λόγο. Ένα σπάνιο πράμα ήτανε, το πως εταιριάζαμε σε όλα μας, και στα παραμικρότερα είχαμε τις ίδιες ορέξες. Και γυρίσανε τα πράματα σε τέτοιο τρόπο, που την πρώτη φορά που έτυχε να πικραθούμε, χωριστήκαμε κιόλας, χωρίς να προφτάξωμε νά ξηγηθούμε.
Τον τελευταίο καιρό, κάνα-δύο χρόνια δεν πηγαίνανε καλά οι δουλειές του. Περιοριστήκαμε στο καθημερινό, κι ούτε κι αυτό δεν έβγαινε μπόλικα. Λυπόμασταν για τα παιδιά, που τώρα π’ αρχίζανε να μεγαλώνουνε και να καταλαβαίνουνε τον κόσμο, δε μας περίσσευε για ένα ανθρωπεμένο ρούχο, να τα δούμε καλοντυμένα να ευχαριστηθούμε. Σαν ήτανε τριώ χρονώ, θυμάμαι, που τους είχε αγορασμένα ο μακαρίτης ως και γουνάκια και τώρα τους είχανε στενέψει τα παλτουδάκια τους, τα σφίγγανε στα μανίκια και δε μας περίσσευε για να τους ψτιάξωμε καινούργια. Μα τόσο αγαπημένοι ήμασταν με τον Αντώνη, που λέγαμε, την υγειά μας νάχωμε κι όλα διορθώνουνται, μόνο τα πεθαμένα Ελένη μου, μου λεγε, δε σιάζουνε κι απέ τα ζωντανά καλά νά ‘μαστε όλα θα γυρίσουνε στο καλύτερο.
Το λιμάνι στο ΚατάκολοΝαι! Τι θα πει γκρίνια δεν το ξέραμε… Την περασμένη Τρίτη μετάπνυσα εκεί κατά τις δύο απ’ τά μεσάνυχτα κοιτάζω… βλέπω, πως ο Άντώνης δεν ήτανε δίπλα μου. Μέσα θα μπήκε να δει μην είναι ξεσκεπασμένα τα παιδιά… Αντώνη! φωνάζω, δεν ακούω απόκριση. Αντώνη ! φωνάζω δυνατότερα, πού είσαι; πάλι δεν ακούω απόκριση. Ανησύχησα και σηκώθηκα να δω που είναι. Μπαίνω μέσα. Τα παιδιά κοιμούνταν ήσυχα. Κατεβαίνω κάτω να τόνε γυρέψω δίπλα στο κουζινάκι, στο μικρό διάδρομο, που τρώμε, είχα βάλει την ανηψιά μου. Πήγαινε τηήν ημέρα στη μοδίστρα κι έτρωγε εκει και το βράδυ γύριζε και κοιμόντανε σε μάς στο ντιβανάκι που είχαμε στο διάδρομο… Βλέπω τον Αντώνη όρθιο στο διάδρομο και την ανηψιά μου να κάνει πως ντύνεται να σηκωθεί. Ως να γυρίσω να τους δω επέτρωσα.
Έχασα τον κόσμο, δεν ήξερα μήτε τι έκανα, μήτε τι έλεγα, ημουν μιά παραλοϊσμένη. Δε μπορώ, μου λέει ο μακαρίτης, έχω εδώ έναν πόνο και κατέβηκα να κάμω ένα ζεστό, μα η Σταυρινή θέλει σώνει και καλά να σηκωθεί να μου το ετοιμάσει αυτή.
— Και γιατί δεν ξύπνησες εμένα, μόνο κατέβηκες να ξυπνήσεις τη Σταυρινή ;
—Μα εγώ μήτε σένα, μήτε αυτή δεν ήθελα να ξυπνήσω… μα μ’ άκουσε που γύρευα τα σπίρτα καί σηκώθηκε …
—Πετυχεμένη είνε η πρόφασή σας μόνο πως δεν έπιασε… Κι είχε ο Αντώνης ζαρώσει ένα κουβάρι στη γωνία της κουζίνας απ’ τον πόνο, κι εγώ του ‘λεγα πως το κάνει ψέματα. Έκλαιγε κι η Σταυρινή πως είδηση δέν έχει κι εγώ τη φώναζα ψεύτρα, κακομοίρα, αφιλότιμη κι όσο αρνιότανε, τόσο ’γω άφριζα από τό κακό μου και σε μιά στιγμή άνοιξα την πόρτα και το ’βγαλα το κακόμοιρο στο δρόμο νύχτα μεσάνυχτα…
Ο Αντώνης στάθηκε κι έκαμε μονάχος του το ζεστό και το ’πιε, δίχως να μιλήσει• εγώ, μου ‘πε μόνο, έχω καημένη τέτοιους πόνους που δε σε βλέπω, έχω χάσει το φώς μου.
Ανέβηκα και ξάπλωσα, μα που να με πάρει ύπνος, λαχταρούσα πάνω στο κρεβάτι σαν το ψάρι και τα είχα πότε με κείνον και πότε με τη Σταυρινή και πότε με τον έαυτό μου που έφερα στο σπίτι μου από καλωσυνη μου ένα φίδι, να με χωρίσει απ’ τον άντρα μου.
Ανέβηκε σε λίγο κι ο Αντώνης και ξάπλωσε. Ουτε κι αυτός δεν κοιμήθηκε μόνο βογγούσε και κυλιότανε και ’γω νά ‘χω στραβωθεί. Να μη μου βγαίνει απ’ το μυαλό, πως το έκανε ψέματα και να τόνε ψέλνω κι από πάνω.
—όλη η στραβομάρα του κόσμου απάνω μου μαζεύτηκε.
ψυχόδρμα 2-Έκανες όλον τον καιρό σαλιαρίσματα και καλοπιάσματα, για να μ’ αποκοιμίζεις να κάνεις τη δουλειά σου, χωρίς να κακοβάλω.
Αυτός χανότανε κι εγώ το χαβά μου. Άμα σηκώθηκαν τα παιδιά, φώναξε το Νίκο και του παράγγειλε : «Προτού πας στο σχολείο, να περάσεις από το φαρμακείο, κι αν είναι κει ο γιατρός, να του πεις να έρθει. Ο μπαμπάς μου, να του πεις, είναι άρρωστος και να πας, λέει, στο σπίτι γρήγορα.
—Σωστή κοροϊδία ! είπα κι εγώ δυνατά- και δεν έπεφτε καλύτερα κείνη τη στιγμή αστροπελέκι πάνω στο κεφάλι μου να με κάψει.
Φύγανε τα παιδιά στο σχολειό μα ο Νικος ξέχασε να περάσει από το φαρμακείο… Κατέβηκα κάτω κι έκλαιγα και χτυπιόμουνα από τη συμφορά μου, πάντα για τη Σταυρινή, έτσι στραβώνεται ο άνθρωπος, κι άρχιζα κάτι να σιγυρίζω, ωσότου ακούω σε μια στιγμή τον Αντώνη μου τον άγιο μάρτυρα που χάθηκε εξαιτίας μου, να φωνάζει: χάνομαι! τελειώνω!
Τρέχω απάνω, τι να δώ! Είχε την όψη του πεθαμένου, μιαν άγωνία, κάτι αλλόκοτους εμετούς… ο ιδρώς πετούσε στο μέτωπό του, που δέν πρόφταινα να του τόνε σκουπίζω… φωνάζω από το παράθυρο: βοήθεια! βοήθεια! τρέξετε! γιατρό! γιατρό!
φωτο_0002… Ήρθε γιατρός, τον εξετάζει… καθώς τόνε πήγαινα ως την πόρτα, πες μου, του λέω, τι έχει, τί βλέπεις ;… Τί να σου πω, μου λέει, μήτε και καλά τόνε βρίσκω, μήτε και σε τελεία απελπισία. Αν με τον πρώτο πόνο φωνάζατε χειρουργό και του γινότανε εγχείρηση ίσως…
Ήρθε και χειρουργός, μα είπε είναι αργά για εγχείρηση. Ήρθανε συγγενείς, περιτριγύριζαν το κρεββάτι… και γω που ήθελα να τόνε βρω μονάχο, να του κλαφτώ, να του μολογήσω το λάθος μου, να του ζητήσω συγχώρεση… πότε ο ένας, πότε ο άλλος στεκότανε δίπλα του. Τριγύριζα και γω γύρω από τον άνθρωπό μου, αποξενωμένη, δείλιαζα να τονε σιμώσω γιατί ήμουνα φταίχτης. Τρέχανε τα μάτια μου βρύσες και με κοίταζε ο μακαρίτης καλά καλά μα λέω πως θα νόμιζε πως κλαίω για την άλλη αίτια, ήλπιζα πως θα προφτάξω να του πάρω συχώρεση, ωσότου βυθίστηκε κι έπαψε να καταλαβαίνει. Πηγαίνανε τα παιδιά κοντά του. Πιάνανε το χέρι του, του λέγανε «μπαμπά! Αυτος έμενε άσειστος, δέν άκουε. Και ήθελα να του πω πολλά, πολλά και δεν του είπα τίποτα… Τον άφησα κι έφυγε… και χωρίς να ‘χω την ελπίδα, πως θα ξαναγυρίσει… Να ‘τανε, λέει, να ξαναγύριζε ακόμη μιά φορά, σαν όταν ήμασταν στα καλά μας, που κάπου κάπου ψευτογκρινιάζαμε, μα σαν έβαζε το καπέλο του και σηκωνότανε για να φύγει, τόνε πήγαινα έως την οξώπορτα και τόνε παρακαλούσα και του έλεγα δε σ’ ανοίγω αν δε μου γελάσεις. Δε θέλω να φύγεις να πας στη δουλειά σου γκρινιαστός. Κι άμα πιά μου γελούσε, του ξεκλείδωνα την πόρτα και χωρίζαμε καλοσυνάτοι και τώρα, που ξέρω πως χάθηκε για πάντα και με το φαρμάκι στα χείλι, τον άφηκα κι έφυγε. Κι όχι μόνο δεν κλείδωσα την οξώπορτα, παρά την άνοιξα με τα δυο φύλλα και τόνε ξεπροβόδισα.
ΕΛΛΗ ΔΑΣΚΑΛΑΚΗ 
Πηγή:christostsantis.com