Τρίτη, 5 Ιανουαρίου 2016

Το τραγούδι της συκιάς.

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΠΟΥ ΕΚΑΝΑΝ ήταν να κλείσουν γρήγορα το πηγάδι, σκέπασαν το φιλιατρό με ασπάλαθους, πουρνάρια και σκίνα, πλακώνοντάς τα με λιθάρια θεόρατα έτσι που και ο διψασμένος, ο περαστικός που δε γνώριζε, να μην μπορεί να πιει από το νερό αυτό.
Αργότερα έφεραν τούβλα, τσιμέντο, ασβέστη, αμμοχάλικο και το έχτισαν. Έχτισαν τα χείλη του πέτρινου πηγαδιού, τον ουρανό του, με τούβλα κόκκινα. Ξεράθηκαν οι πέτρες, μαύρισαν, στέγνωσε η γούρνα, χάθηκαν οι σφήκες, οι μέλισσες, τα πουλιά, τα αδέσποτα του κόσμου, τα χορταράκια τα πράσινα. Απαγόρευσαν στα παιδιά να πηγαίνουν να στέκονται πάνω του, να παίζουν στα γύρω του, να κρύβονται στη γούρνα την πέτρινη. Βουβάθηκε.
Η συκιά που φύτρωσε στο εσωτερικό του πηγαδιού, στον πέτρινο κόρφο του, βρήκε δρόμο κι ανέβηκε, γκρέμισε όσο χρειαζόταν για να περάσει, έκανε πεισματική αγκώνα το βλαστάρι της πάνω στο άνοιγμα και βγήκε στο φως. Στην αρχή δεν της έδωσαν και μεγάλη σημασία, αυτή όμως θέριεψε, ψήλωσε, ήταν συκιά Βασιλική της Αττικής, με φύλλα μεγάλα και τραχιά, πεντάλοβα -ίδια η Πελοπόννησος- και όταν τα έσχιζε ο άνεμος, γιατί κανείς δεν την πλησίαζε, δακρύζανε γάλα λευκό. Με ανακούφιση είδαν όλοι ότι τα άωρα σύκα της, βάθος της ανθοδόχης τους είχαν μόνο θηλυκά άνθη. Ήταν ευτυχώς συκιά θηλυκή. Έτσι δεν είχαν φόβο να δέσουνε καρπό, θα έμεναν ατροφικά και θα έπεφταν πριν καν ωριμάσουν.

Το μήνα Ιούνιο “η τρελή του χωριού” κατέβηκε στα ρέματα να μαζέψει βούρλα και αληπασιές, ανέβηκε στις αγριοσυκιές, γέμισε την ποδιά της αγριόσυκα, τα πέρασε σε αρμαθιές, τα έκανε στεφάνια και τα κρέμασε στη συκιά του πηγαδιού. Την αγριοσύκιασε. Την πάντρεψε με γάμο βασιλικό. Οι ρινιοί, τα αγριόσυκα άνοιξαν τα αρσενικά τους άνθη και ένα πλήθος από μελανά έντομα, οι νύμφες, κουβάλησαν με το σώμα τους τη γύρη από τα αρσενικά άνθη στα θηλυκά της συκιάς και τα γονιμοποίησαν. Άρχισε να γεμίζει, να λυγά, να δένει καρπό, και όλοι στο χωριό ανήσυχοι κοιτούσαν να δουν τι θα κάνουν. Σκέφτηκαν να την κόψουν. Κάτω από τη συκιά “η τρελή του χωριού” είχε στρώσει τα κουρέλια της, καθόταν νύχτα-μέρα δράκοντας, φρουρός ακοίμητος, όποιον τολμούσε να πλησιάσει τον άρχιζε με τις πέτρες, ουαί και αλίμονό του. Πάνω στη συκιά έβαλε σκιάχτρα για τα πουλιά, κρέμασε κουδουνάκια, ντενεκέδες άδειους, τα ένωσε με κλωστές και τα χτυπούσε αδιάκοπα σαν τις καμπάνες του μεγάλου μοναστηριού, πού να τολμήσουν να πλησιάσουν τα πετούμενα. Καθώς πλησίαζε ο Αύγουστος και ο καρπός μεγάλωνε και ωρίμαζε και έσταζε μέλι, πέφταν λιπόθυμες από τη γλύκα η σφήκα με τη μέλισσα. Τ' άκουγες τα σύκα ν' ανοίγουνε, να σπάνε μέσα στην ησυχία του μεσημεριού, μές στη δροσιά της νύχτας, και σου κοβόταν η ανάσα. Οι άνθρωποι του χωριού ανήσυχοι όσο ποτέ κλείδωναν τις πόρτες και παράθυρα να μην ακούνε τίποτε και στα παιδιά τους απαγόρευαν και να περάσουν από κει.
Μπήκε ο Αύγουστος για τα καλά, Δεκαπενταύγουστος, είχε ανάψει η συκιά του πηγαδιού σαν μανουάλι με το χρυσό της τον καρπό, σήκωσε το χέρι “η τρελή του χωριού” και έκοψε τον πρώτο, τον καλύτερο καρπό, τον έφαγε, και άρχισε να τραγουδάει το τραγούδι της πνιγμένης, του κοριτσιού που πνίγηκε σε τούτο το πηγάδι. Σαν τουφεκιά ακούστηκε καταμεσήμερα το γνώριμο τραγούδι, τρίξανε οι γρίλιες και οι πόρτες και αμπαρώθηκε όλο το χωριό να μην ακούσει το τραγούδι. Πήρε τους δρόμους, τα σοκάκια τ' ανηφορικά “η τρελή” και το τραγούδι άρχισε να τρέχει δεξιά κι αριστερά σαν το κορίτσι τ' όμορφο των είκοσι ετών που πνίγηκε από έρωτα μες στα νερά του πηγαδιού, ξέφυγαν τα μικρά παιδιά από τις μανάδες τους, τρέξαν και ανέβηκαν επάνω στη συκιά και άρχισαν όλα μαζί να τρώνε και να τραγουδάνε το τραγούδι της. Τραγούδι της αγάπης και του έρωτα.

Από τη συλλογή ΤΑ ΠΟΡΤΟΚΑΛΙΑ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΑΣ ΕΠΙΔΑΥΡΟΥ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ, (ΑΓΡΑ, 2000)  Θοδωρής Γκόνης