Δευτέρα, 1 Φεβρουαρίου 2016

Γιατί νὰ φύγῃς, ἀγόρι μου;..

-...Γιατί νὰ φύγῃς, ἀγόρι μου, γιατί νὰ φύγῃς; / Ἦταν ὅμορφα, γιόκα μου, γιόκα μου – γιατί νὰ φύγῃς; / Κι ἂς ἔλειπε τὸ ψωμί, κι ἂς ἔλειπε τὸ λάδι, κι ἂς ἔλειπε τὸ κάρβουνο – τὰ κουτσοπορεύαμε, / ἦταν ἥσυχα μέσα στὸ σπίτι, γιόκα μου, / καὶ τὸ παλιό κρεββάτι, μὲ τὰ μπρούντζινα πόμολα, ἦταν γερό καὶ σοβαρό σὰν Ἅγια Τράπεζα / ὅταν πλάγιαζες πάνω του φέγγαν τὰ μπρούντζινα πόμολα / σὰν τέσσερις ἥλιοι, ἀγόρι μου, ἔφεγγε ἡ κάμαρα / κι ἄκουγα τὴν ἀνάσα σου – γέμιζε ἡ κάμαρα / γέμιζε κ' ἡ καρδιά μου, ὅπως γεμίζει τὸ παλιό σταμνί στὴ βρύση, / καὶ τὸ τραπέζι ἦταν σίγουρο σάν τὰ δέντρα, / κ' οἱ καρέκλες ἦταν σίγουρες σά μικρές σκάλες που ἀνεβάζουνε σ' ἕνα μικρό-μικρό παράδεισο, / καὶ τὰ πιάτα γυάλιζαν φρεσκοπλυμένα στὴν πιατοθήκη / σά μιὰ σειρά καλοκαιριάτικα φεγγάρια... Γιατί νὰ φύγῃς;..[]
- - - -Γιέ μου, παιδί μου, ἀγόρι μου, [] / φεγγάρι μου! [] / Πές μου νὰ μάθω τὸν ἀγέρα ποὺ σὲ πῆρε, γιόκα μου, / μυρίζοντας τὸ χῶμα σάν τὴ σκύλα / χνάρι τὸ χνάρι νὰ σὲ βρῶ κάτου στὴ γῆ, πάνου ἀπ' τ' ἀστέρια! [] // Μήν εἴδατε, καλοί μου, ἕνα παιδί, τῆς πιὸ ξανθῆς ροδακινιᾶς τ' ἀνίψι / ἕνα παιδί ποὺ κοίταζε ἴσα στὴν καρδιά / ἕνα παιδί στὰ χρόνια τῆς καρδιᾶς μου / ἕνα παιδί στὸ μπόι τῆς καλωσύνης / ἕνα παιδί στὸ χρῶμα τοῦ φιλιοῦ / ἕνα παιδί ξαδέρφι τοῦ καλοκαιριοῦ / μ' ἕνα φεγγάρι θαλασσί σκουφάκι στὸ κεφάλι / μὲ δυό χιλιάδες παραθύρια ὁλάνοιχτα στὰ μάτια του;..[] // Ἄχ, ἡ ματιά του σταροχώραφο τὸ μεσημέρι / ἀνήξερα τὰ χωματένια χέρια του / σάν καὶ τὴ ζέστα τοῦ περιστεριοῦ τὸ ριζοφτέρουγο / ἔτσι ἥμερος ἀπὸ βουνίσιο ἀγέρα σὰν ὀρθό χαμόγελο / ἔρριχνε πικραμύγδαλα καὶ κουκκουνάρια στὰ ρηχά τῆς ἐρημιᾶς μας / καὶ κεῖνο τὸ παλιό μηδενικό στὰ χέρια του παλιά δεκάρα / τὴν ἔρριχνε ψηλά κορῶνα-γράμματα / ἐδῶ στὸ δρόμο, στὴν αὐλή μας, στὸ τραπέζι, / καὶ τὸ κουδούνισμά της ἦταν ἔρωτας!.. [] // Ἐγώ κ' ἡ γριά ἡ νυχτιά – χαροκαμμένο ἀντρόγυνο – / κάτσαμε καὶ τὸν κλάψαμε ὣς μές στὰ κόκκαλά μας, / ὕστερα γυά- λίσαμε τὰ παπούτσια του, / σιδερώσαμε τὰ ροῦχα του καὶ τὸν περιμένουμε... / Δέ μπορεῖ νὰ μήν ἔρθῃ – δέ μπορεῖ!.. / Εἴμαστε τόσο πικραμένοι, γιόκα μου, / ἐγώ κ' ἡ νύχτα ἡ μάνα σου / ἄλλη φωνή δέν ἔχουμε νὰ σὲ φωνάξουμε / ἄλλη φωνή δέν ἔχουμε νὰ κλάψουμε / – εἴμαστε τόσο κουρασμένοι, ἀγόρι μας, / μᾶς ἔπιασε βροχή ἀπ' τὸ χέρι καὶ μᾶς πάει...[]
- - - -Τὸ αἷμα ποὺ πίνει ἡ ἐρημιά, ἡ ζωή τὸ παίρνει πίσω / – μπουκώνω μ' ἕνα βράχο τὸ λαρύγγι μου μὴν ξεφωνίσω / φράζω τὰ δόντια μὲ βουνά κ' ἡ κραυγή πάλι βγαίνει! / Στὰ βράχια λυώνουνε τρακόσοι σκοτωμένοι / κι ὁ γιός μου, τὸ φεγγάρι μου, δέ φαίνεται στὸν κόσμο!.. [] / Δεῖξε μου τὰ χέρια σου νὰ πιστέψω ! Ξεκούμπωσε / τὸ πάνου κουμπί τῆς σιωπῆς, νὰ δῶ τὴ γραμμή τοῦ κόρφου σου..- / νὰ δῶ, νὰ καταλάβω πὼς κρατᾶς τὸ τσιγάρο σου / τ' ἀπόβραδα μπροστά στὸ κατώφλι τοῦ ἀποσπερίτη, / τὴν ὥρα ποὺ τὸ σπίτι μας ἔρχεται νὰ σὲ βρῇ, / μαζί κ' ἡ μικρὴ λεμονιά ἡ ξαδερφοῦλα σου, / μαζὶ κι ὁ κουβάς τοῦ πηγαδιοῦ σὰν τὸ καπέλλο τοῦ καλοκαιριοῦ, / μαζί καὶ τὸ περβόλι μας φτιάχνοντας σαπουνάδα τ' ἄσπρα του λουλούδια, / σάν ἀγαθός γερο-μπαρμπέρης τὸ περβόλι μας / νὰ σοῦ ξυρίσῃ ὅλη τὴν πίκρια ἀπὸ τὸ πρόσωπο μὲ τὸ ξυράφι τοῦ μισοφέγγαρου...[]
- - - -Ἀγόρι μας, νὰ τυλιχτῇς!.. Ἔχει ὑγρασία τὰ ξημερώματα. / Τὰ βράδυα πέφτει τὸ φεγγάρι μὲς στὰ βράχια ἀμίλητο..- / ἄ, τὸ φεγγάρι! παγωμένο τὸ φεγγάρι! / γαλάζιο τὸ φεγγάρι, κρούσταλλο, / ὁ παγωμένος καταρράχτης κρέμεται / μὲς στὸν ἀγέρα ἀγέρας κρούσταλλο – νὰ φυλαχτῇς, ἀγόρι μας!..[]
- - - -Κ' ἐγώ, παιδί μου, που ἔτρεχα μ' ἕνα ραβδί τὸν κόσμο / ἔχασα τὸ ραβδί μου, γιέ μου, τὸ χοντρό ραβδί μου / νὰν τὸ χτυπάω στὸ κούτελο, νὰν τὸ χτυπάω στὸν τοῖχο, / νὰ δίνω τὸ ρυθμό στὸ κῦμα ποὺ μὲ πνίγει, / νὰ σὲ κρατάω ἔξω ἀπ' τὸ κῦμα ποὺ μὲ πνίγει, / κι ὄξω τὸ καύκαλό μου ἀπὸ τὸ κῦμα νὰ σοῦ φέγγῃ, γιόκα μου, φεγγάρι!.

Γιάννης Ρίτσος

Πηγή:poetry-in-greece.blogspot.gr/

 

ΝΕΑΠΟΛΗ ΗΛΕΙΑΣ

Το χωριό μου βρίσκεται 5 χμ ΒΑ της Βάρδας σε υψόμετρο 70μ ανάμεσα στους ποταμούς Βέργα και Ντρεμούσα. Δοιηκητικά ανήκει στον δήμο Ανδραβίδας Κυλλήνης και έχει 380 κατοίκους (2011)Ιστορικές πηγές κάνουν αναφορά για τον αγωνιστή της επανάστασης του 1821, τον Γερανδρέα Τσουρούλα από το Μπεντένι ,ήταν παλαιά ονομασία του χωριού μέχρι και το 1955.Το 1835 σχηματίζεται ο δήμος Καλοτυχίας(Ψάρι), Ζουλάτικα, Μάζι, Ρετούνη, Καπελέτο, Μπεντένι, Ματαράγκα, Καγκάδι, Μαλίκι, Κόκλα, Μπόρσι, Βάλαγκα, Δαούτι, Ξενιές, Σπάτα, Καλυβάκια, Βάρδα, Λάππα, Κουνουπέλι, Μετόχι. Το 1841 ο δήμος Καλοτυχίας συγχωνεύθηκε στο δήμο Βουπρασίας με έδρα το ψάρι. Το 1911 έχουμε την κατάργηση των δήμων και το χωριό αποτελεί πλέον κοινοτητα. Το χωριό συμπεριλαμβάνει τους οικισμούς Καστανέικα, Λαμπηρέικα, Ραφτέικα, Γιανοπουλέικα, Τζουδέικα και Παναγοπουλέικα.