Δευτέρα, 8 Φεβρουαρίου 2016

Λοιπόν, πού είχαμε μείνει;

Στις μέρες μας κανείς δεν σε ρωτάει πού γεμίζεις, πού βρίσκεις το κουράγιο να συνεχίσεις, περιμένουν να σε δουν αδειανό, ξεραμένο πηγάδι. Στόμα κλειστό, φιλιατρό χορταριασμένο.
Εσύ όμως το ξέρεις από πολύ παλιά, από τότε που πήρες το χωματένιο δρόμο και ξεκίνησες, ψάχνεις, επιζητάς τους ερημικούς και χωρίς περισπασμούς τόπους, εκεί τρέχεις, δεν σε τρομάζει το βούισμά τους, εκεί γονατίζεις, εκεί προσεύχεσαι, εκεί βρίσκεις τη λέξη την πεταμένη για να φωνάξεις τ' όνομά του, να καλέσεις αυτό που δε γνωρίζεις, αυτό που δεν καταλαβαίνεις και που πάντα βγαίνει και έρχεται.
Έρχεται με το τραγούδι, φέρνει τις λέξεις και τις αφήνει στα πόδια σου, σηκώνει βράχους, ξυπνάει το φίδι το καλό, φτάνει από πολύ μακριά, κρατάει στα χέρια του τα δώρα που σου στέλνουν οι δικοί σου, τη συμβουλή την παλιά.
«Μην παραιτείσαι, έχεις εμάς, υπάρχει ο τόπος σου, μην το βάζεις κάτω, μην παραδίνεσαι, έχεις εμάς, ξεκουράσου λίγο, όλα θα γίνουν, όταν τα πράγματα αγριεύουν, γύρνα σε μας».
«Μην χορτάσεις τα ξένα φαγητά για να μην τα επιθυμείς και σου έρθει πόθος για τα ξένα τραπέζια, δεν είσαι μόνος, έχεις εμάς.»
Σε αυτούς γυρνάς και τώρα, κάθονται στο ταρατσάκι το μικρό όπως πάντα, σου έχουν μαζέψει τα σύκα τα πρωινά, τα βασιλικά, και σε περιμένουν, θα σου μάθουν ξανά από την αρχή την αλφάβητο, την πειθαρχία, την υπομονή, την αφοσίωση, την αγάπη, θα σου φέρουν το νερό από το πηγάδι, να ξαναβρείς τη γεύση.
Θα σε καλοδεχτούν όπως πάντα, δεν θα ρωτήσουν τίποτα, ξέρουν, δεν θα παραπονεθούν, θα πιάσουν τις ιστορίες από εκεί που τις είχατε αφήσει.
«Λοιπόν, πού είχαμε μείνει;».
Καληώρα σαν κι εμάς. Καληώρα.

θοδωρής Γκόνης.
Πηγή:protagon.gr