Τρίτη, 20 Δεκεμβρίου 2016

Τα πορτοκάλια των Χριστουγέννων.

Μπορεί το σπίτι μας να καταρρέει, να μπάζει και να στάζει από παντού, να το έχουν πνίξει αγριοσυκιές, το φίδι του να έχει φύγει για αλλού, ο πετεινός και η όρνιθα να έχουν πετάξει απ’ την αυλή, παράθυρα και πόρτες στον άνεμο, στο χιόνι, στη βροχή να έχουνε παραδοθεί, όμως αυτές τις μέρες τις μεγάλες και τις γιορτινές θυμάται, πουλάκι γίνεται, πουλάκι ντύνεται, βγάζει φτερό, στη ξενιτιά μου έρχεται, στις φυλλωσιές μου κρύβεται, γυρεύει ζεστασιά και προστασία. 
Ανοίγω και το υποδέχομαι, βρεγμένο το στεγνώνω, κλαμένο το παρηγορώ το απαρηγόρητο, φέρνει παράπονα μεγάλα, λογαριασμούς απλήρωτους, γραμμάτια παλιά, λόγια σκληρά και πώς να τα σηκώσει το ραγισμένο κεραμίδι του, φέρνει το τζάκι το σβηστό, τη στάχτη τη βρεγμένη. Τον άνθρωπο που δεν τον χόρτασα ποτέ. 
Έρχεται με αυτή τη μυρουδιά που βγάζουνε οι πέτρες, όταν πέφτει πάνω τους βροχή, πέτρες που είναι δεμένες με πηλό, που ζύμωσε με ιδρώτα και με αίμα μια κατάρα που ακόμα περιμένει να γυρίσει σε ευχή.
Έρχεται με το φως, με τις βαθιές γαλήνιες σκιές, με τα ματόκλαδά του, τα πορτόφυλλα κλειστά και περιμένει.
Έρχεται, ανοίγουν κεφαλάρια, ανοίγουνε νερά και ουρανοί και είναι όλοι και όλα  όπως τότε. Εκεί. Άνθρωποι, ζωντανά, στη φάτνη, στην καλύβα, στο τραπέζι.
Καπνός, βιβλία, πορτοκάλια, κάστανα, τσάι, το γέλιο, λόγια, τραγούδια. Τραγούδια.
Χέρια που ξέρουν ν’ ανάβουν τη φωτιά, να φέρνουν ζεστασιά, χάδι, φιλί, την ιστορία και πώς να την αφηγηθούν με τον πολύ βραδύ ρυθμό, με την καθάρια και γλυκιά φωνή σαν του πουλιού, το μέσα έξω να γυρίσουν, το δάκρυ να το στρίβουν, να φυτρώνει στη χαρά, ν’ ανθίζει, να χαμογελά.
Έρχεται με το πουκάμισό του το λευκό, με το μονόγραμμά του κεντημένο αριστερά, πλησίστιο, γεμάτο, με την αρματωσιά του, με τον ήλιο, με τον άνεμο, φέρνει τα Πορτοκάλια τα χρυσά των Χριστουγέννων.
Θοδωρής Γκόνης
Πηγή:protagon.gr