Δευτέρα, 14 Αυγούστου 2017

Στην Παναγιά...

Παρθένα Μάνα, που σαν πνεύμα ο σπόρος έπεσε
στο ανέγγιχτο κορμί σου και σαρκώθη ο Λόγος,
το απάρθενο τρυγώντας σπλάχνο σου, σα βρέφος!
Ω, Δέσποινά μου Υποταγή, τον πόνο δέξου τον
και Συ, σαν το σταυρό, και γείρε το κεφάλι
με υπομονή, κατά γης, χαμογελώντας –
να μην πνιγεί, Κυρά, στα κλάματά Σου ο κόσμος!
Εσύ ’σαι η κιβωτός, που σαν αυγό στην άβυσσο
λαμποκοπάς και πλες στου Θεού τα σκοτεινά
νερά, τα σπέρματα όλα μέσα σου φρουρώντας.
Το πράσινο δρεπανωτό πατάς φεγγάρι
κι όλες στα χέρια σου κρατώντας τις ελπίδες μας,
στον άγριο ουρανό τρεμάμενη ανεβαίνεις
κι αχνογελώντας στέκεσαι πλάι στο γυιό Σου.
Εσύ ’σαι το ανθισμένο το κλαρί στην άβυσσο
της δύναμής Του· εσύ ’σαι ο στοχασμός ο πράος
μέσ’ στο φλεγόμενο καμίνι της οργής Του.

ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ ΝΙΚΟΣ

Τυπικάρης
(Απόσπασμα)

Σάββατο, 5 Αυγούστου 2017

Του αδελφού μου...

Είσαι άντρας. Όμως ο ίδιος πάντα μένω· τα χρόνια που περάσανε με αφήσαν παράξενο παιδάκι γερασμένο.  
Και δεν ποθώ πια τίποτε, αδελφέ μου· τα ονείρατα στα χέρια μου εσκορπίσαν και τα ’δωκα, ροδόφυλλα, του ανέμου.  
Ω, πότε θα μπορέσεις να ξεχάσεις τις έγνοιες της ζωής που σ’ εκερδίσαν νά ’ρθείς αποκεί πέρα, να περάσεις τριγύρω μου το χέρι και σκυμμένος ν’ ακούσεις όσα πάθη εγονατίσαν αυτόν που τόσο σου ’ναι αγαπημένος;
Καλέ μου, σιγανά θα σου μιλούσα, θα σου ’λεγα πως όλοι μ’ εμισήσαν, πως ρεύοντας το δρόμο μου ετραβούσα, διωγμένος κάθε μέρα απ’ τους ανθρώπους, μη ξέροντας ποιοί τόποι μ’ εκρατήσαν, μη ξέροντας σε ποιούς πηγαίνω τόπους.  
Κι ως είσαι ο λατρεμένος αδελφός μου, τα μάτια σου κοιτώντας που εδακρύσαν, θα ξεχνούσα τα βάσανα του κόσμου, και βλέποντας μακριά, κατά τη δύση, τα συννεφάκια που θαμπά εχρυσίσαν φιλώντας ιλαρά το κυπαρίσσι, για μια μικρήν ηλιολουσμένη πόλη, για ένα μεγάλο σπίτι που εκυλήσαν τα πρώτα πρώτα χρόνια μας και οι βόλοι, για τις χαρές που ακόμα με κρατούνε ικέτη, θε να σου ’λεγα, μα εσβήσαν, για τους καιρούς που δε θα ξαναρθούνε…

Κώστας Καρυωτάκης

 

Τετάρτη, 2 Αυγούστου 2017

Συλλογιέμαι τους ναυτικούς...

Συλλογιέμαι τους ναυτικούς...

Εκείνους που, αυτή την ώρα γυρνούν στους μεγάλους δρόμους του Αμβούργου ή του Μοντεβίδεο, ντυμένοι με τα καλά τους ρούχα, χαρούμενοι σα μαθητές λυκείου που έχουν έξοδο και που κοιτάν με την ίδια μαγεμένη περιέργεια τις βιτρίνες των καταστημάτων και τις γυναίκες που περνούν.
Εκείνους που κάνουν μακρυνά ταξίδια με γέρικα κι αργοκίνητα φορτηγά και που, καθισμένοι στο κατάστρωμα, διηγούνται μεταξύ τους ιστορίες της ζωής τους ή καπνίζουν σιωπηλοί — κοιτάζοντας να κατεβαίνει η ωκεάνια νύχτα.
Εκείνους που 'χουν μείνει χωρίς δουλειά και περνάν τις ώρες τους στα μικροκαφενεία των λιμανιών παίζοντας χαρτιά, λιπαρά από την πολλή μεταχείριση, ή μετρώντας και ξαναμετρώντας, σκεφτικοί, τα λεφτά που τους απομένουν και που τα 'χουν βγάλει προσεχτικά από τα βάθη του κόρφου τους.
Εκείνους που, σε ξενικά λιμάνια, ακολουθάν την πρώτη γυναίκα του δρόμου που τους έγνεψε και παζαρεύουν μαζί της, με τα δάχτυλα ή με λέξεις από διάφορες γλώσσες, την τιμή του κορμιού της.
Εκείνους που τις μεγάλες μονότονες ώρες του πλου, καθισμένοι στις κουκέτες τους, βγάζουν από τα βάθη των σάκκων τους τις αναμνήσεις τους: ξεθωριασμένες φωτογραφίες, κιτρινιασμένα γράμματα με καμπουριασμένους χαρακτήρες, καρτ-ποστάλ με λουλούδια ή ωραίες, σαν κούκλες, γυναίκες, ξενικές δεκάρες, σουγιάδες και μεταξωτά μαντήλια· και που, με το πρόσχημα να τα ταχτοποιήσουν, ξεχνιούνται —ώρα— κοιτάζοντάς τα...
Συλλογιέμαι τους ναυτικούς που έχουν αφήσει και με ερωμένη σε κάθε λιμάνι, εκείνους που κάνουν οικονομίες για να στέλνουν επιταγές στο σπίτι τους, εκείνους που αγοράζουν φτηνά μυρωδικά ή έξι πήχες μεταξωτό για τις αρραβωνιαστικές τους — και κείνους που δεν έχουν κανένα στον κόσμο κι έχουν αφοσιωθεί σ' έναν παπαγάλο ή έναν πίθηκο, που λυώνουν από νοσταλγία για τα δάση τους...
Συλλογιέμαι τους ναυτικούς που αρρωσταίνουν και τους κατεβάζουν σε διάμεσα λιμάνια για να τους αφήσουν, μόνους και ξένους, σε πένθιμα δημόσια νοσοκομεία και που η ανάρρωσή τους, ανάμεσα σ' άλλα ανθρώπινα ναυάγια, είναι πιο πένθιμη κι από την αδιαφορία γιατρών και νοσοκόμων τις μέρες του πυρετού και του αγκομαχητού τους...
Συλλογιέμαι τους ναυτικούς που πεθαίνουν στο ταξίδι και τους πετούν στην απέραντη κι αδιάφορη θάλασσα κι ύστερα παραδίνουν το φτωχό σάκκο τους, με τα παλιά τους τα ρούχα, το μεγάλο νικέλινο ρολόι τους, τα ξεθωριασμένα γράμματα, τους σουγιάδες, τις ξενικές δεκάρες και το πήλινο αγαλματάκι που παριστάνει την Ελευθερία του λιμανιού της Νέας Υόρκης, σ' ένα Προξενείο — απ' όπου κανένας, κανένας ποτέ δε θα τον ζητήσει...

[πηγή: Κώστας Ουράνης, Αποχρώσεις, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Αθήνα, χ.χ., σ. 88-89]

homouniversalisgr.blogspot.gr

Τετάρτη, 12 Ιουλίου 2017

Να σέβεσαι, γιε μου, τη γυναίκα.

Μεγαλώνοντας, γιε μου, θα διαπιστώσεις ότι οι γυναίκες είναι δύσκολα πλάσματα. Θέλουν χρόνο για να τις καταλάβεις, για να νιώσεις τις ανάγκες τους, για να αποδεχτείς το πολύπλοκο μυαλό τους.
Θα σε πληγώσουν, γιε μου, όπως πληγώνεται κάθε άνθρωπος στη ζωή του. Όπως κι εσύ θα πληγώσεις κάποια στιγμή, χωρίς ίσως να το θες, μια αθώα ψυχή.
Θα ακούσεις πολλές ιστορίες από τους φίλους σου για τη σκληράδα της γυναίκας. Θα διαβάσεις πολλές αναρτήσεις στα κοινωνικά δίκτυα για την κάλπικη καρδιά της.
Μην παρασυρθείς, γιε μου, από τις γενικεύσεις των αλλονών. Οι άνθρωποι δεν μπαίνουν στο ίδιο καλούπι. Ο καθένας κουβαλάει μέσα του τον δικό του κόσμο.
Μην πέσεις στην παγίδα που θέλει μια λάθος στιγμή αγάπης να γίνει πίκρα και χολή για κάθε θηλυκό πλάσμα που θα βρεθεί στον δρόμο σου. Δεν είναι ούτε οι γυναίκες ούτε οι άντρες, γιε μου, που πληγώνουν. Είναι οι άνθρωποι που προκαλούν τον πόνο.
Να σέβεσαι πάντα τη γυναίκα. Γιατί είναι η μήτρα που σε γέννησε. Είναι η αγκαλιά που σε μεγάλωσε. Σε κάθε γυναίκα που θα γνωρίσεις στη ζωή σου, θα συναντάς κι ένα κομμάτι από τα όνειρα που έκανε κάποτε και η δική σου μάνα. Κι ας μην τα έμαθες ποτέ.
Κανένας δεν είναι τέλειος, παιδί μου. Μη διεκδικήσεις καμιά τελειότητα στην αγάπη, γιατί δε θα τη βρεις. Αλλά και μη χρεώσεις σε όλες τις γυναίκες τα όνειρα που σου στέρησε μια άλλη. Θα ήταν άδικο για την επόμενη γυναίκα που πραγματικά θα σε αγαπήσει, αλλά και άδικο για τη δική σου την καρδιά να μην της επιτρέψεις να αγαπηθεί.
Να είσαι, γιε μου, ακριβοδίκαιος στην αγάπη. Γιατί μόνο τότε θα γευτείς το βάλσαμο των στιγμών που μόνο αυτή μπορεί να σου χαρίσει στη ζωή σου.

Της Γεωργίας Ανδριώτου.

Πηγή:anapnoes.gr

Πέμπτη, 6 Ιουλίου 2017

Το ΚΕΕΛΠΝΟ προειδοποιεί: Υπαρκτός ο κίνδυνος ελονοσίας.

Ήδη 49 περιοχές της ελληνικής επικράτειας βρίσκονται στο κόκκινο, έχοντας χαρακτηριστεί «περιοχές επηρεαζόμενες από την ελονοσία»

Υπαρκτός είναι ο κίνδυνος επανεμφάνισης της ελονοσίας στη χώρα μας, σύμφωνα με τους ειδικούς του Κέντρου Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων (ΚΕΕΛΠΝΟ).

Δύο είναι οι κρίσιμοι παράγοντες που ενδέχεται να πυροδοτήσουν επιδημία ελονοσίας στην Ελλάδα: η παρουσία ικανού πληθυσμού του κουνουπιού - διαβιβαστή (πρόκειται για το ανωφελές κουνούπι) σε ορισμένες περιοχές της επικράτειας και η αυξητική πορεία των «εγχώριων κρουσμάτων» ελονοσίας, δηλαδή των κρουσμάτων που δηλώνονται με την ένδειξη ότι η «εισβολή» του παράσιτου «πλασμώδιο» που προκαλεί την ελονοσία έγινε στον ασθενή επί ελληνικού εδάφους.

Μέχρι και το τέλος Ιουνίου στο ΚΕΕΛΠΝΟ είχαν αναφερθεί δύο κρούσματα εγχώριας μετάδοσης στην Αχαϊα και την Ηλεία, γεγονός που κατέταξε τις συγκεκριμένες περιοχές σε εκείνες που επηρεάζονται από την ελονοσία και συνεπώς αποκλείονται από την αιμοδοσία όπως ορίζουν οι κανόνες ασφαλείας του Εθνικού Κέντρου Αιμοδοσίας (ΕΚΕΑ).

Σύμφωνα με την εφετινή έκθεση του ΚΕΕΛΠΝΟ, ήδη 49 περιοχές της ελληνικής επικράτειας βρίσκονται στο κόκκινο, έχοντας χαρακτηριστεί «περιοχές επηρεαζόμενες από την ελονοσία».

Κατά το πρώτο εξάμηνο του έτους έχουν δηλωθεί στο ΚΕΕΛΠΝΟ  περίπου 25 «εισαγόμενα» κρούσματα ελονοσίας, αριθμός που προσώρας δεν προκαλεί ανησυχία στους ειδικούς, δεδομένου ότι σε ετήσια βάση τα «εισαγόμενα» κρούσματα κυμαίνονται από 20 έως 110.

Ως «εισαγόμενα» κρούσματα ελονοσίας ορίζονται εκείνα που αφορούν κυρίως μετανάστες, που ζουν στην Ελλάδα και έχουν ταξιδέψει σε χώρες της Αφρικής και της Ασίας όπου η ελονοσία βρίσκεται σε έξαρση, προσβάλλονται από τον ιό και νοσούν μετά την επιστροφή τους στη χώρα μας ή αφορούν Έλληνες τουρίστες και ναυτικούς που επίσης νοσούν μετά την επίσκεψή τους στις επίμαχες χώρες.

Ποιες περιοχές επηρεάζονται από την ελονοσία

Με βάση τα κρούσματα ελονοσίας με ενδείξεις εγχώριας μετάδοσης που διαγνώστηκαν το 2017 αλλά και όσα είχαν καταγραφεί το προηγούμενο έτος, το ΚΕΕΛΠΝΟ έχει χαρακτηρίσει ως επηρεαζόμενες από την ελονοσία περιοχές δεκάδες περιοχές σε πέντε νομούς της χώρας. Πρόκειται για τις εξής περιοχές:

-Από τη Δημοτική Ενότητα Βουπρασίας, Δήμου Ανδραβίδας-Κυλλήνης, στο νομό Ηλείας: Θανασουλαίικα, Μανωλάδα, Μεγάλο Πεύκο, Μπρίνια

-Από τη Δημοτική Ενότητα Λαρισσού (ή Λαρίσου), Δήμου Δυτικής Αχαΐας, στο νομό Αχαϊας: Άραξος, συμπεριλαμβανομένου του οικισμού Ταξιάρχες, Καλόγρια, Βουπράσιο, Λάπας, Μετόχι, Νέο Βουπράσιο, Απιδεώνας, Καγκάδι, Ριόλος, Μαζαίικα, Πέττας, Ματαράγκα, Τσαμαίικα, Κεφαλαίικα, Άγιος Κωνσταντίνος

-Από τη Δημοτική Ενότητα Μόβρης, Δήμου Δυτικής Αχαΐας, στο νομό Αχαϊας: Γερουσαίικα, Μπουταίικα, Σαγαίικα, Σταθμός

-Από τη Δημοτική Ενότητα Βουπρασίας, Δήμου Ανδραβίδας-Κυλλήνης, στο νομό Ηλείας: Λουτρά Υρμίνης, Σαμαραίικα, Βάρδα, Κουγαίικα, Κώμη, Συμπάνιο, Καρβουναίικα, Νέα Μανωλάδα, Ψάρι, Νεάπολη, Καπελέτο, Νησί,
Καραβουλαίικα, συμπεριλαμβανομένου του οικισμού Άγιος Αθανάσιος


-Από τη Δημοτική Ενότητα Κορώνειας, Δήμου Λαγκαδά, στο νομό Θεσσαλονίκης: Άγιος Βασίλειος

-Από τη Δημοτική Ενότητα Χορτιάτη, Δήμου Πυλαίας- Χορτιάτη, στο νομό Θεσσαλονίκης: Χορτιάτης

- Όλοι οι οικισμοί και κοινότητες του Δήμου Σκιάθου

-Από τη Δημοτική Ενότητα Μακρυχωρίου, Δήμου Τεμπών, στο νομό Λάρισας: Ευαγγελισμός, Μακρυχώρι, Παραπόταμος, Ελάτεια

-Από τη Δημοτική Ενότητα Αμπελακίων, Δήμου Τεμπών, στο νομό Λάρισας: Αμπελάκια, Τέμπη

-Από τη Δημοτική Ενότητα Γόννων, Δήμου Τεμπών, στο νομό Λάρισας: Γόννοι, Ιτέα.

Σε όλες τις περιοχές εφαρμόζονται μέτρα αιμοεπαγρύπνησης, σε συνεργασία του Εθνικού Κέντρου Αιμοδοσίας και του ΚΕΕΛΠΝΟ. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι οι κάτοικοι αυτών των περιοχών δεν μπορούν να δώσουν αίμα.

Η ελονοσία

Η ελονοσία (malaria) είναι λοιμώδης νόσος που προκαλείται από το παράσιτο «πλασμώδιο» και μεταδίδεται μέσω τσιμπήματος από μολυσμένο κουνούπι, και ειδικότερα από το Anopheles sacharovi, που θεωρείται ο κύριος διαβιβαστής της ελονοσίας στη χώρα μας.

Η ασθένεια ενδημεί, βρίσκεται σε συνεχή έξαρση, σε 91 χώρες του πλανήτη, κυρίως στην υποσαχάρια Αφρική, την Ασία και τη Λατινική Αμερική.
Στην Ελλάδα η ελονοσία εκριζώθηκε όπως είναι ο όρος των λοιμοξιολόγων του ΚΕΕΛΠΝΟ, το 1974, έπειτα από εντατικό πρόγραμμα καταπολέμησης (1946-1960).

Τα τελευταία έτη, από το 2009 και μετά, καταγράφονται σε διάφορες περιοχές της χώρας κρούσματα ελονοσίας με ενδείξεις εγχώριας μετάδοσης, δηλαδή σε ασθενείς που δεν είχαν ιστορικό ταξιδιού σε ενδημικές χώρες.

Παρά την εξάλειψη της ελονοσίας στην Ελλάδα, οι ειδικοί του ΚΕΕΛΠΝΟ, επισημαίνουν το ενδεχόμενο επανεγκατάστασης της νόσου σε ορισμένες περιοχές όπου συνδυάζεται η παρουσία των κουνουπιών- διαβιβαστών με την παρουσία ασθενών που έρχονται από ενδημικές χώρες.

Η έγκαιρη ανίχνευση και η θεραπεία των κρουσμάτων ελονοσίας σε συνδυασμό με την έγκαιρη εφαρμογή προγραμμάτων καταπολέμησης κουνουπιών και τη λήψη μέτρων ατομικής προστασίας από τα κουνούπια είναι οι βασικοί πυλώνες για την αντιμετώπιση της ελονοσίας.

 Πηγή:protothema.gr

Τετάρτη, 5 Ιουλίου 2017

Τα χρήματά μου, το συνάλλαγμά μου.....

Ο βράχος μου, τα πατρικά μου χτήματα, η μητρική μου γλώσσα.   
Με τα μάτια κλειστά, με το κερί των συντρόφων του Οδυσσέα στ’ αυτιά, τη δεξιά παλάμη να μετρά τον πυρετό στο μέτωπό μου, θα καθίσω πάνω στον βράχο μου.
Θα βάλω τη γλώσσα στο αλάτι το χοντρό, σαν το αγριοκάτσικο το καλοκαιρινό, να ξεδιψάσω. Θα βυζάξω τις φλέβες, τις κατεβασιές, τα νερά του, θα πάρω τους εφτά τους δρόμους του.
Ο βράχος μου, τα χρήματά μου, το συνάλλαγμά μου.
Με τη διχάλα του ποδιού μου καρφωμένη πάνω του, θα προχωρήσω, θ’ ανέβω σκαλί- σκαλί τη σκάλα του μέχρι την κορυφή, θα πάρω τις παλίνδρομες διαδρομές του, θα σταθώ στα σταυροδρόμια του να λύσω το αίνιγμα, θα περπατήσω, θα κρεμαστώ στους γκρεμούς του, θα μαζέψω το μέλι του, μελισσοκόμος και μέλισσα.
Ο βράχος μου κι αυτό που κρύβει κάτω του. 
Τον κήπο με τα τριαντάφυλλα τα εξηντάφυλλα και την πηγή με το νερό το δροσερό. 
Ο βράχος μου, ο Πακτωλός και το χρυσάφι μου. 
Αυτόν που κληρονόμησα απ' τους δικούς μου, η τύχη μου κι ο τοίχος μου, σ’ αυτόν επάνω σκάβω-γράφω το τραγούδι μου. Πέφτω μέσα του, μπαίνω μέσα του και αναδύομαι με το χρυσό το νόμισμα στο στόμα.         
Ο βράχος μου, οι νεκροί μου και η γλώσσα μου, αυτοί που μ’ έφεραν ως εδώ, αυτοί ήρθαν και μου στάθηκαν, γιατί ο κόσμος ο παλιός της πέτρας, σηκώνεται, βγάζει φτερό και έρχεται, είναι το σπίτι σου κι αυτό ποτέ δεν σε εγκαταλείπει.

  
Θοδωρής Γκόνης

Πηγή:protagon.gr

Τετάρτη, 21 Ιουνίου 2017

Εμείς δεν είμαστε απελπισμένοι.

Και να τους πεις ακόμη
πως ζούμε φρυγμένοι, πεινασμένοι
μα όχι απελπισμένοι.
Οι απελπισμένοι πες ζούνε μπρούμυτα.
Με φοβισμένα μάτια.
Με σκεπασμένα λόγια.
Με δαρμένη φωνή.
Όχι, δεν είμαστε απελπισμένοι.
Οι απελπισμένοι μόνο τρέμουν.
Μόνο σκύβουν.
Μόνο συμφωνούν.
Όχι πες! Εμείς δεν είμαστε απελπισμένοι.
Εμάς τα μάτια μας
πηδούν πάνω απ’ τις κορυφογραμμές.
Εμάς η φωνή μας ξεπερνά πες τα σύννεφα.
Εμείς είμαστε περήφανοι.
Και δεν καλοπιάνουμε.
Δε θυμιατίζουμε.
Δεν προσκυνάμε.
Αυτή είν’ η Χάρτα μας εμάς.
Αυτό το Σύνταγμά μας.
Να, τι να τους πεις, προξενητή.
Και τώρα: Ώρα σου καλή.
Και κοίταξε μην ξαναβρείς το δρόμο.

Μενέλαος Λουντέμης
(Από το Θρηνολόι και άσμα για το σταυρωμένο νησί)
 
 

Κυριακή, 28 Μαΐου 2017

Η ΗΜΕΡΑ ΠΟΥ «ΕΠΕΣΕ» Η ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ 29 Μαϊου 1453: Όταν «η Πόλις εάλω....»

Άλωση της Κωνσταντινούπολης, Πόλη, αλωση 1453, Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, Μωάμεθ Καμία άλλη ημερομηνία δεν έχει εντυπωθεί στο συλλογικό υποσυνείδητο του Ελληνισμού όσο η 29 Μαϊου, η «αποφράς ημέρα» οπότε η Κωνσταντινούπολη, η «βασσιλίς των πόλεων» κυριεύθηκε από τους Οθωμανούς Τούρκους.
Η πολιορκία και η πτώση της Πόλης ήταν το επιστέγασμα μιας ολόκληρης περιόδου συρρίκνωσης οπότε και οι Τούρκοι (Σελτζούκοι και Οθωμανοί) έθεταν υπό την κυριαρχία τους τα εδάφη της πάλαι ποτέ κραταιάς αυτοκρατορίας.
Έτσι τις παραμονές της Άλωσης η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία υπήρχε μόνο κατ' όνομα. Η επικράτειά της αφορούσε μόνο την περιοχή γύρω από την Κωνσταντινούπολη και σε κάποιες περιοχές, όπως το Δεσποτάτο του Μυστρά.
Το 1451 αναρριχάται στον οθωμανικό θρόνο ο Μωάμεθ ο Β'. Ο νεαρός Σουλτάνος ονειρεύεται να καταλάβει την Βασιλεύουσα προκειμένου να δημιουργήσει μια κραταιά Αυτοκρατορία στη θέση της παλιάς Ρωμαϊκής. Έτσι, παρά το γεγονός ότι η Πόλη τελούσε ήδη φόρου υποτελής, ο Μωάμεθ αποφασίζει να της δώσει το τελειωτικό χτύπημα.
Το Βυζάντιο σε εκείνη την κρίσιμη στιγμή εναποθέτει τις ελπίδες του στη Ρώμη η οποία ζητά σαν αντάλλαγμα την ´Ενωση των Εκκλησιών με τους δικούς της όρους. Το 1451 η Σύνοδος Φεράρας-Φλωρεντίας επικύρωσε την πλήρη υποταγή της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Ρωμαιοκαθολική, όμως δεν έγινε ποτέ δεκτή από τους Βυζαντινούς οι οποίοι είχαν χωριστεί σε «Ενωτικούς» και «Ανθενωτικούς». Ο διχασμός ακύρωσε στην πράξη τη συμφωνία. Παραμονές της Άλωσης ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος κάνει μια απέλπιδα προσπάθεια, στέλνοντας πρεσβεία στον πάπα Νικόλαο Ε' για να ζητήσει βοήθεια. Ο Πάπας έβαλε και πάλι ως όρο την Ένωση των Εκκλησιών, αλλά αποδέχθηκε το αίτημα του αυτοκράτορα να στείλει στην Κωνσταντινούπολη ιερείς, προκειμένου να πείσουν τον λαό για την αναγκαιότητα της Ένωσης.
Οι απεσταλμένοι του Πάπα, καρδινάλιος Ισίδωρος και ο αρχιεπίσκοπος Μυτιλήνης Λεονάρδος, λειτούργησαν στην Αγία Σοφία, προκαλώντας την αντίδραση του κόσμου, που ξεχύθηκε στους δρόμους και γέμισε τις εκκλησίες, όπου λειτουργούσαν οι ανθενωτικοί με επικεφαλής τον μετέπειτα πατριάρχη Γεννάδιο Σχολάριο. Το σύνθημα που κυριαρχούσε ήταν «Την γαρ Λατίνων ούτε βοήθειαν ούτε την ένωσιν χρήζομεν. Απέστω αφ' ημών η των αζύμων λατρεία».
Το μίσος για τους Λατίνους δεν ήταν μόνο θρησκευτικό αλλά και πολιτικό, αφού ο λαός δεν ξέχασε ποτέ τη βαρβαρότητα που επέδειξαν οι Σταυροφόροι στην πρώτη Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1204, που στην ουσία προκάλεσε και την αρχή του τέλους για την Αυτοκρατορία.
Σε αντίθεση με τους Γενουάτες και τους Βενετσιάνους, οι Οθωμανοί συμπεριφέρονταν καλύτερα προς τους χριστιανούς. Πολλοί βλέποντας ότι οι χριστιανοί είχαν υψηλές θέσεις στην οθωμανική διοίκηση, κυριαρχούσαν στο εμπόριο και πλήρωναν λιγότερους φόρους θεώρησαν καλύτερη την οθωμανική αντί της λατινικής κυριαρχίας.Την παράταξη αυτή εξέφραζε ο Λουκάς Νοταράς ο οποίος εκστόμισε και την περίφημη φράση «Καλύτερα να δω στην Πόλη τούρκικο φακιόλι παρά λατινική καλύπτρα».
Στις 7 Απριλίου, μπροστά στην Πύλη του Αγίου Ρωμανού, ο Μωάμεθ στήνει τη σκηνή του, ξεκινώντας ουσιαστικά την πολιορκία της Πόλης. Με στρατό 150.000 ανδρών, ναυτικό 400 πλοίων αλλά και το πιο σύγχρονο πυροβολικό οι Τούρκοι βρέθηκαν απέναντι σε μόλις 7.000 άνδρες, οι 2000 από τους οποίους ήταν μισθοφόροι, κυρίως Ενετοί και Γενουάτες.
Τη στιγμή της πολιορκίας η Πόλη είναι σκιά του εαυτού της, έχοντας πληθυσμό μόλις 50.000 κάτοικων που αντιμετώπιζε προβλήματα επισιτισμού.Ο κλοιός γύρω από την Κωνσταντινούπολη κλείνει και τα τείχη της σφυροκοπούνται καθημερινά από τα κανόνια του Μωάμεθ.
Παρά τον ναυτικό αποκλεισμό, ένας στολίσκος με εφόδια υπό τον πλοίαρχο Φλαντανελλά κατορθώνει στις 20 Απριλίου 1453 να διασπάσει τον τουρκικό κλοιό μετά από φοβερή ναυμαχία και να εισέλθει στον Κεράτιο, αναπτερώνοντας τις ελπίδες των πολιορκούμενων.
Η κίνηση αυτή προβλημάτισε τον Σουλτάνο ο οποίος αντιλήφθηκε πως δεν αρκούσαν μόνο οι χερσαίες δυνάμεις για την κατάληψη της Πόλης αλλά έπρεπε με κάποιο τρόπο το ναυτικό να βρεθεί στον Κεράτειο, ο οποίος ήταν φραγμένος από μια τεράστια αλυσίδα.
Με τη βοήθεια ενός Ιταλού μηχανικού κατασκεύασε δίολκο και τη νύχτα της 21ης προς την 22α Απριλίου, 70 περίπου πλοία σύρθηκαν από τον Βόσπορο προς τον Κεράτιο. Η κατάσταση για τους πολιορκούμενους έγινε πλέον απελπιστική, καθώς έπρεπε να αποσπάσουν δυνάμεις από τα τείχη για να προστατεύσουν την Πόλη από την πλευρά του Κεράτιου, όπου δεν υπήρχαν τείχη.
Στις 21 Μαΐου, ο σουλτάνος έστειλε πρέσβη στην Κωνσταντινούπολη. Ζητούσε την παράδοση της πόλης με την υπόσχεση να επιτρέψει στον Αυτοκράτορα και σε όσους το επιθυμούσαν να φύγουν με τα υπάρχοντά τους. Επίσης, θα αναγνώριζε τον Κωνσταντίνο ως ηγεμόνα της Πελοποννήσου, ενώ θα εγγυόταν για την ασφάλεια του πληθυσμού που θα παρέμενε στην Πόλη.
Ο Παλαιολόγος απαντά με αποφασιστικότητα αλλά και αξιοπρέπεια: δέχονταν να πληρώσει υψηλότερους φόρους υποτέλειας και να παραμείνουν στα χέρια των Τούρκων όλα τα κάστρα και τα εδάφη που είχαν στο μεταξύ κατακτήσει.
Για την Κωνσταντινούπολη όμως δήλωσε:
«Τὸ δὲ τὴν πόλιν σοὶ δοῦναι οὔτ' ἐμὸν ἐστίν οὔτ' ἄλλου τῶν κατοικούντων ἐν ταύτῃ• κοινῇ γὰρ γνώμῃ πάντες αὐτοπροαιρέτως άποθανοῦμεν καὶ οὐ φεισόμεθα τῆς ζωῆς ἡμῶν. (Το να σου (παρα)δώσω όμως την πόλη ούτε σε εμένα επαφίεται ούτε σε άλλον από τους κατοίκους της-διότι με κοινή απόφαση οι πάντες θα αποθάνουμε αυτοπροαίρετα και δεν θα υπολογίσουμε τη ζωή μας)
Το βράδυ της 28ης Μαϊου τελείται στην Αγία Σοφία η τελευταία Θεία Λειτουργία. Εκεί ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος και υπερασπιστές της Πόλης μεταλαμβάνουν και ο αυτοκράτορας εμψυχώνει το λαό.
Κατά την πρώτη πρωϊνή ώρα της Τρίτης 29 Μαίου, εκδηλώνεται τουρκική επίθεση από τρεις πλευρές συγχρόνως. Οι Βυζαντινοί καταφέρνουν να αποκόψουν τις υπόγειες σήραγγες απ' όπου οι Τούρκοι προσπαθούν να περάσουν κάτω από τα τείχη.
Παρά την αριθμητική υπεροχή των Οθωμανών οι Βυζαντινοί τους απωθούν και αποκρούουν με επιτυχία τις δύο επιθέσεις. Όμως ο Μωάμεθ Β' οργάνωσε πολύ προσεκτικά την τρίτη και τελευταία επίθεση. Επιτίθεται κοντά στην πύλη του Αγίου Ρωμανού, όπου πολεμά ο Παλαιολόγος. Ένας από τους κύριους υπερασπιστές της πόλης, ο Γενουάτης Ιουστινιάνης, τραυματίζεται και αναγκάζεται να εγκαταλείψει τον αγώνα. Αυτή υπήρξε και η ανεπανόρθωτη απώλεια για τους αμυνόμενους.
Τελικώς η Πόλη πέφτει και τα στήφη των Οθωμανών εισέρχονται εντός των τειχών όπου και επιδίδονται σε τριήμερες λεηλασίες. Το βράδυ, ο Μωάμεθ ο επονομαζόμενος πλέον και Πορθητής εισήλθε πανηγυρικά στην Αγία Σοφία και προσευχήθηκε στον Αλλάχ «αναβάς επί της Αγίας Τραπέζης».
Αυτή ήταν και η τελευταία πράξη του δράματος που έμελλε να αλλάξει συνολικά την ανθρώπινη Ιστορία, όχι μόνο την ελληνική. Κι αυτό γιατί με την εγκατάσταση των Οθωμανών στην Ανατολική Μεσόγειο πλήθος λογίων Ελλήνων θα μετοικίσουν στην Δύση, μεταλαμπαδεύοντας έτσι τα κλασσικά και βυζαντινά χειρόγραφα. Επιπλέον, με την οθωμανική κυριαρχία στην περιοχή κλείνουν οι χερσαίοι εμπορικοί δρόμοι προς την Ανατολή ωθώντας έτσι τις μεγάλες ναυτικές δυνάμεις της Δύσης σε αναζήτηση ναυτικών οδών εγκαινιάζοντας την Εποχή των Μεγάλων Ανακαλύψεων.
Για εμάς, η Άλωση της Πόλης, η πτώση του Βυζαντίου θα καταγραφεί στη συλλογική μνήμη ως το τέλος μιας εποχής δόξας που θα δώσει τη θέση της στην Τουρκοκρατία για τους επόμενους τέσσερις με πέντε αιώνες. Πιο ουσιαστικά όμως, η Άλωση θα σηματοδοτήσει το πολιτικό τέλος του Ελληνισμού και την αποκοπή του από τα μεγάλα γεγονότα της Αναγέννησης που ακολοθούσαν.
Η λαϊκή παράδοση απέδωσε το γεγονός με τους περίφημος «λαϊκούς θρήνους» και από την πρώτη στιγμή φρόντισε να μυθοποιήσει τόσο το θάνατο του Παλαιολόγου όσο και την ίδια την πτώση της Πόλης. Έτσι, στη λαϊκή μυθολογία αποτυπώθηκε ο θρύλος του μαρμαρωμένου βασιλιά, του μοναχού με τα μισοτηγανισμένα ψάρια αλλά και της Κερκόπορτας, η οποία έμεινε ανοιχτή επιτρέποντας στους Τούρκους να εισέλθουν στην Πόλη.
Αλλόκοτα περιστατικά, επενέργεια των στοιχείων της φύσης, ακόμη και οι ουράνιες δυνάμεις όλα επιστρατεύονται στη λαϊκή αντίληψη προκειμένου να μεταδώσουν το τραγικό γεγονός και μαζί μ' αυτό την ατέρμονα επαναλαμβανόμενη ευχή:
«Σώπασε κυρα-Δέσποινα και μη πολύ δακρύζεις
Πάλι με χρόνους με καιρούς, πάλι δικά μας είναι»
Πηγή: 29 Μαϊου 1453: Όταν «η Πόλις εάλω....» | iefimerida.gr 

Δευτέρα, 1 Μαΐου 2017

Η Πρωτομαγιά του αγώνα.


1η Μαΐου του 1886 - Σικάγο 
    400.000 άνθρωποι συμμετείχαν στις απεργίες που γίνονταν σε όλη την χώρα( Η.Π.Α.), και πάνω από 80.000 στο Σικάγο. Αυτό το Σάββατο του 1886, μια εργάσιμη μέρα, οι εργάτες, ξεκίνησαν με τις γυναίκες και τα παιδιά τους για να διαδηλώσουν ειρηνικά στο χώρο της συγκέντρωσης στην πλατεία Haymarket.
Στη γύρω περιοχή, είχαν παραταχθεί αστυνομικές δυνάμεις αποτελούμενες από 1350 άτομα, οπλισμένα με οπλοπολυβόλα οι οποίοι περίμεναν το σύνθημα για να δράσουν.
Κι ενώ το πλήθος παρακολουθούσε τις ομιλίες, ο επικεφαλής της αστυνομικής δύναμης, διατάσσει να διαλυθεί η συγκέντρωση. Μια βόμβα έσκασε κοντά στους αστυνομικούς οι οποίοι άρχισαν να πυροβολούν και να χτυπούν τους συγκεντρωμένους χωρίς καμιά διάκριση. Είναι ακόμα άγνωστος ο αριθμός των θυμάτων αφού πολλοί τραυματισμένοι κατέληξαν τις επόμενες ημέρες, επίσημα μόνο οκτώ νεκροί αστυνομικοί και τέσσερις διαδηλωτές έχουν επαληθευτεί.


1η Μαΐου του 1936 - Θεσσαλονίκη 

Οι καπνεργάτες της Θεσσαλονίκης αποφασίζουν να κατέβουν σε απεργία για τη διεκδίκηση των δικαιωμάτων τους.
Μέσα σε λίγες μέρες το απεργιακό κύμα είχε εξαπλωθεί σε Ξάνθη, Αγρίνιο, Κομοτηνή, Σέρρες και Ελευσίνα και η απεργία είναι πλέον πανεργατική.
Η απεργία συνεχίζεται και στις 9 του Μάη στη διασταύρωση Εγνατίας και Βενιζέλου από τις σφαίρες των οργάνων της τάξης πέφτει νεκρός ο οδηγός Τάσος Τούσης.
Οι διαδηλωτές εξοργισμένοι τοποθετούν το νεκρό πάνω σε μια πόρτα και τον περιφέρουν στους δρόμους της πόλης σε μια ιδιότυπη «λιτανεία» καταγγελίας, διαμαρτυρίας και αντίστασης. Οι νεκροί θα φτάσουν τους 12 και οι τραυματίες τους 300.
Στο σημείο της συμπλοκής θα στηθεί αργότερα το Μνημείο του Καπνεργάτη. Η μάνα του νεκρού Τάσου Τούση, που πληροφορήθηκε τα γεγονότα, τρέχει, πέφτει πάνω στο νεκρό παιδί της και μοιρολογεί.


1η Μαΐου του 1944
 
«Τώρα πια ο θάνατος περιφερόταν στους δρόμους με κίτρινη μάσκα, τον νιώθαν οι άνθρωποι πίσω από τα βήματά τους και δε γύριζαν να τον κοιτάξουν ο φόβος σήμαινε ενοχή. Είχανε φτάσει οι εχτροί σ' αυτό το σημείο, να μη μπορούν να σταθούν παρά μόνο σκοτώνοντας. Την πρωτομαγιά 1944 πήραν διακόσους από το στρατόπεδο του Χαϊδαριού και τους σκοτώσαν αράδα στο σκοπευτήριο της Καισαριανής. Φορτώσαν τα πτώματα, ζεστά σε καμιόνια και τα περάσαν μέσα από το συνοικισμό, τρέχαν ποτάμι τα αίματα όθε περνούσαν, κι ο κόσμος έκλεινε τα παράθυρα δε βαστούσε να βλέπει. Μερικοί σκοτωμένοι δεν είχαν καλά καλά ξεψυχήσει»..

(Α. Πανσέληνος, Τότε που ζούσαμε, Αθήνα, Κέδρος 1984)

1η Μαΐου 1976
Ο Αλέκος Παναγούλης ,ο  κορυφαίος αγωνιστής κατά της δικτατορίας, ο άντρας με την ασυμβίβαστη προσωπικότητα και το εκρηκτικό ταμπεραμέντο, σκοτώθηκε σε ένα μυστηριώδες τροχαίο στη λεωφόρο Βουλιαγμένης, προκαλώντας σοκ στην ελληνική κοινωνία, που μόλις είχε βγει από το γύψο της επταετίας και προσδοκούσε από τον Παναγούλη αλήθειες που πιθανόν να την οδηγούσαν σε άλλες επιλογές.

Πηγή:homouniversalisgr.blogspot.gr





Πέμπτη, 13 Απριλίου 2017

«Περί του Ξύλου»

«Ψυχή μου, ευλόγα σήμερα πρωί, όλη τη μέρα
και την ακολουθούσα νύχτα όλη, το σωτήριο τούτο Ξύλο.
Πηγάζει απ’ τα σκοταδερά έγκατα των δασών.
Εκεί είναι η βασιλεία του, στολισμένο με φύλλα θροούντα.
Εκεί έρχεται σε κοινωνία με τις δροσιές της Νύχτας, με τα θάμπη
των Ημερών. Εκεί του περιπλέχουνται οι κισσοί και οι άλλες
περιπλοκάδες, γεννώντας την ιδέα της ομορφιάς και της αγάπης.
Σπάνιο είναι να τ’ αφήσουν να γεράσει, να τη ζήσει
την αιώνια ζωή, και σπάνιο είναι κεραυνός να τόβρει,
μήνυμα επουράνιο, ένωση ουρανού και γης με λάμψη ακαριαία
και θάνατος στο δάσος, όπως πρέπει.
Ψυχή μου, ευλόγα και την ώραν,
οπότε ξεκινάμε με τα πελέκια μιαν αυγή, άκαρδο, δουλευτικό
σμήνος οι υλοτόμοι. Γουρμάζει τότες η γραμμένη
σιωπηλή στιγμή της θυσίας. Με τα πολλά καταπέφτει
το θειότατο ξύλο. Του αποξεραίνουνται οι χυμοί.
Ξερό απομένει· και όμως ξερό, δεν έρχεται ολότελα
να το ξενώσει η ξεραΐλα από τις φυσικές του επιρροές.
Το διαβιβρώσκει η υγρασία ή το φουσκώνει. Του ανοίγει
ο χρόνος τις ρωγμές. Πιάνει σαράκι. Εχτός αν το προορίζουνε
για τις φωτιές, οπότε πάλι τρίζει, τρίζει, και αφού αναλάμψει,
τέφρα γίνεται, καθώς όλα. Είπα όμως σήμερα της ψυχής μου
να γράψει για το Ξύλο εκείνο το προορισμένο από αιώνων,
για το Ξύλο, που η γέννησή του βαστάει από τις πρώτες
της γης μας φύτρες. Ετούτο εκόπη για να γίνει
Ζυγός μέγιστος, θαυματουργός Στατήρας,
που εστήθηκε στη μέσην ακριβώς του χρόνου
για να ζυγιάσει την κούφιαν έγνοια των ανθρώπων.
«Δεν είναι δάσος, που να προσφέρει ξύλο παρόμοιο».
Το Ξύλο αυτό δεν είναι διόλου ύλη απαθής.
Έχει ψυχή και δείχνει τη κάθε τόσο.
Ενώ κατάξερο είναι και κομμένο, όμως ανθεί
και μέσα του μυκάται και αναβράζει χυμός σεβάσμιος.
Δε θα ξετάξω το γιατί έφερε Λύτρωση το Ξύλο ετούτο.
Ούδε ποια Λύτρωση. Ψυχή μου, θέλω μόνο να ευλογήσεις
την ουσία του Ξύλου, οπόθε αχτινοβόλησε του κόσμου η λάμψη.
Και την ευγένεια που του εδόθη ένα πρωί, όταν ποτίστη
μέχρι του βάθους των φλεβών του από αίμα εξαγοραστικό
και ζωογόνο. Ποιο βάρος φορτώθηκε! Ποιον πόνο
φορτώθηκε! Όλου του κόσμου! Του καθηλώθησαν
όλοι οι δρυμοί της αγωνίας. Χαίρε, Σταυρέ, που μ’ όλα,
μονάχη ελπίδα εσύ αποβαίνεις στις ερημώσεις.»
Τάκη Παπατσώνη
Πηγή:logotexnikoperiboli.blogspot.gr  

Τετάρτη, 12 Απριλίου 2017

"Μέρες Επιταφίου"

Μεγάλη Δευτέρα
Περίμενέ με μάνα μου περίμενέ με ακόμα
ώσπου να φτάσει η άνοιξη στο παγωμένο χώμα.
Περίμενέ με μάνα μου σαν το πουλί του νότου
που σμίγει μάτι και φτερό να βρει τον ουρανό του.
Περίμενέ με μάνα μου κάποια Παρασκευή σου
στην πύλη του παράδεισου στο φρέαρ της αβύσσου.
Μεγάλη Τρίτη
Κάτω απ’ τα λάβαρα της Ρώμης
στην τέντα της Μαγδαληνής
εσύ πατέρας της συγγνώμης
κι εμείς παιδιά της ηδονής.
Βραχνή ακούστηκε η κραυγή
στα καπηλειά της πολιτείας
εσύ αμνίον για σφαγή
κι εμείς κριοί της αμαρτίας.
Δε σε πτοήσαν οι Πιλάτοι
ούτ’ ο καιρός που ειν΄ εγγύς
εσύ στων ουρανών τα πλάτη
κι εμείς παρείσακτοι της γης.
Μεγάλη Τετάρτη
Τετάρτη των τεφρών και των παθών
ο θάνατος δεν έχει παρελθόν.
Τετάρτη των ψυχών και των αγγέλων
ο θάνατος δεν έχει ούτε μέλλον.
Του σύμπαντος ηχεί το εκκρεμές
ξυπνήστε ν’ αποδώσουμε τιμές.
Φανήκαν οι ουράνιοι στρατηλάτες
σα σκοτεινού Ρουβίκωνα Γαλάτες.
Της γης αναθαρρήσαν οι πληγές.
Πότε θ’ ανάψει ο ήλιος πυρκαγιές
να κάψουν το παλάτι του Ηρώδη
και τ’ άνθος του κακού να γίνει ρόδι.

Μεγάλη Πέμπτη
Αυτός που κρέμασε τον ήλιο
στο μεσοδόκι τ’ ουρανού
κρέμεται σήμερα σε ξύλο
ίλεως Κύριε γενού!
Και στ’ ασπαλάθια της ερήμου
μια μάνα φώναξε: «παιδί μου»!
Με του Απριλιού τ’ αρχαία μάγια
με των δαιμόνων το φιλί
μπήκε στο σπίτι κουκουβάγια
μπήκε κοράκι στην αυλή.
Κι όλα τ‘ αγρίμια στο λαγκάδι
πήραν το δρόμο για τον Άδη.
Θα ξανασπείρει καλοκαίρια
στην άγρια παγωνιά του νου
αυτός που κάρφωσε τ’ αστέρια
στην άγια σκέπη τ’ ουρανού.
Κι εγώ κι εσύ κι εμείς κι οι άλλοι
θα γεννηθούμε τότε πάλι.
Μεγάλη Παρασκευή
Βαριά τα βήματά μου σέρνω
στο φως της μέρας το θαμπό
κρίνα της άνοιξης σου φέρνω
και στο σταυρό σου τ’ ακουμπώ
φίλε δακρυοπότιστε
των πρωτίστων πρώτιστε.
των πρωτίστων πρώτιστε.
Άρρωστος κύλησε ο αιώνας
κι ο ήλιος βγαίνει μισερός
σαν το φτερό της χελιδόνας
που το σακάτεψε ο καιρός
φίλε τρισμακάριστε
των αρίστων άριστε.
των αρίστων άριστε.
Σήμερα ο Άδης ηνεώχθη
γεφύρι εγίνη ο Γολγοθάς
και στου θανάτου εσύ την όχθη
άφατο δρόμο ακολουθάς
έγγιστε κι ανέγγιστε
των μεγίστων μέγιστε.
των μεγίστων μέγιστε.
Μέγα Σάββατον
Όλα στερέψαν σιγά σιγά.
Τα περιστέρια πετούν αργά
σε λίμνες άνυδρες βάλτους υγρούς
σε διψασμένους κήπους κι αγρούς.
Πίσω απ’ τους λόφους τους χαμηλούς
με τους προφήτες και τους τρελούς
στέκουν παράμερα τρία παιδιά
σα γλαροπούλια στην αμμουδιά.
Μες στων καιρών την ανημποριά
διώξε το γρέγο και το βοριά
και ξαναγύρισε ήλιε στη γη
με του θριάμβου σου την κραυγή.
Νίκου Γκάτσου
Πηγή:logotexnikoperiboli.blogspot.gr 

Τρίτη, 4 Απριλίου 2017

Λόγια τρυφερά.

Αναρωτιέμαι πολλές φορές, μετά το θάνατο ενός ζευγαριού πού πάνε τα τρυφερά τους λόγια, αυτά που ψιθύριζαν μονάχα μεταξύ τους για χρόνια, αυτά που δεν κατέγραψε κανείς, ο κώδικάς τους ο ιδιωτικός, ο ερμητικός, τα λόγια που φτιάχτηκαν απ’ τα υγρά του έρωτα καθώς σταγόνες στέγνωναν στο στήθος και στην κοιλιά. Οι λέξεις τους οι μικρές, οι χαϊδευτικές, τα παρατσούκλια του έρωτα που μοιάζουν με γουργουρητά περιστεριών, τα προσωνύμια εκείνα που μπεμπεκίζουν, που ακούγονται στ’ αυτιά των άλλων γελοία αλλά δεν είναι, λέξεις που τυχόν δεν υπάρχουν αλλά είναι παραφθορές άλλων, λόγια που τα φούρνισαν οι δικοί τους στεναγμοί και οι δαγκωματιές τους σε λαιμούς και τρυφερά αυτιά. Πού πάνε όλα αυτά μετά το θάνατο; Δεν είναι λόγια προσευχής να τα φυλάξουν οι άγγελοι ούτε ποιήματα εμπνευσμένων ανδρών για να σκύψουν πάνω τους ύστερα από χρόνια οι σοφοί. Θρηνώ για τον χαμό τους τον αναπόφευκτο.


Ισίδωρος Ζουργός «Ανεμώλια»

 Πηγή:elenahalivelaki.wordpres.com


Δευτέρα, 3 Απριλίου 2017

Τότε που κυνηγούσα τους ανέμους.

Η αγάπη είναι ανήμερο θεριό που τρώει τη ζωή μας…

Μα μόλις φύγει καταλαβαίνουμε ότι αυτή ήταν η ζωή μας. Λοιπόν;…
Σ’ άφησε; Σε πρόδωσε; Καλύτερα έτσι. Θα ‘χεις κουράγιο να ξαναδοκιμάσεις. Αν έμενε, κι ανακάλυπτες τι ψεύτικο μικροπραγματάκι ήταν, θα πληγωνόσουν για πάντα.
Η αγάπη είναι μεγάλη όταν την περιμένουμε ή όταν τη χάνουμε. Όταν την έχουμε μας ξεφεύγει. Χάνουμε την αίσθησή της. Και την ξαναποκτούμε μόνο όταν τη χάσουμε.
Κοίταξε να ζήσεις την αγάπη που έχασες.
Να χαρείς την αγάπη που περιμένεις.
Καν’ την τραγούδια, ξενύχτια. Καν’ την βιβλία, αταξίες. Μόνο μην τη μοιρολογάς. Είναι σαν να τη βρίζεις. Σαν να της κλείνεις το δρόμο να ξανάρθει.
Κοίταξέ με προσεχτικά και θα καταλάβεις. Για την αγάπη μιας γυναίκας έγινα ποιητής. Δεν τη συγκίνησα. Έγινα κλόουν, καραγκιόζης, Ρωμαίος, Νίγκελ, Άμλετ… Κείνη προσπέρασε πλάι απ’ τις τραγικές μεταμορφώσεις μου αγέρωχη και πήγε να θαφτεί στο άγνωστο.
Ήταν τρελλή; Ήταν άρρωστη;… Χαλασμένη απ’ τα βιβλία; Δεν ξέρω. Ένα πράγμα ξέρω: πως μ’ έκανε δυστυχισμένο.
Κείνοι που είναι για να γίνουν μεγάλοι όχι μόνο δεν τους χρειάζεται η δυστυχία αλλά και τους μπαίνει εμπόδιο.
Γιατί τώρα στα είπα όλα αυτά; Για να σε φέρω στα συγκαλά σου; Για να σε παρηγορήσω; Για να σε πλαντάξω; Δεν ξέρω.
Η αγάπη είναι το φαρμάκι και το νέκταρ της ζωής μας. Αν θέλεις να πιεις θα τα πιεις και τα δύο μαζί. Ένα ένα δε στα δίνουν.
Γιατί κλείνεις τα μάτια σου; Νυστάζεις ή πονάς;




Μενέλαος Λουντέμης.

Πηγή:thessalonikiartsandculture.gr

Κυριακή, 2 Απριλίου 2017

Τα Χέρια.

Εβδομήντα χρόνια τα κουβαλάει μαζί της και ποτέ δεν γύρισε να τα κοιτάξει.
Ούτε τότε που ήταν χλωρά, ούτε που μέστωσαν, ούτε που μαράθηκαν,
ώσπου ξεράθηκαν. Όλα αυτά τα χρόνια η έγνοια της ήταν αλλού, όχι στα
χέρια της: μην κοπεί, μην καεί, μην τρυπηθεί, μην το παρακάνει το βράδυ
με τον άντρα της –όποτε τύχαινε, μια στις τόσες– κι ακούσει πάλι τα λόγια
του, καρφί στην καρδιά της «πού τα ’μαθες αυτά μωρέ γυναίκα;»
Κοιτάζει τα χέρια της σαν να τα βλέπει πρώτη φορά. Ξένα της φαίνονται,
έτσι που κάθονται άνεργα πάνω στη μαύρη ποδιά της, σαν προσφυγάκια.
Έτσι της έρχεται να τα χαϊδέψει.
Και τι δεν τράβηξαν αυτά τα χεράκια, στα κρύα και στα λιοπύρια, στη
φωτιά, στα νερά, στα χώματα, στα κάτουρα και τα σκατά. Πέντε χρόνια
κατάκοιτη η πεθερά της, αλύχτησε ώσπου να της βγει η ψυχή.
Κοιτάζει πάλι τα χέρια της. Τι θα τα κάνει; Να τα κρύψει κάτω από την
ποδιά της να μην τα βλέπει, να τα χώσει στην περούκα της διπλανής, που
κοιμάται με το κεφάλι γουλί, να τα βάλει στις μάλλινες κάλτσες που της έφερε
ο γιος της μόλις του ’πε ότι κρυώνει εδώ στο γηροκομείο που την έριξε η
μοίρα της: Τόσα χρόνια δεν γύρισε να τα κοιτάξει και τώρα δεν μπορεί να
πάρει τα μάτια της από πάνω τους. Κι όταν δεν τα κοιτάει ή κάνει πως δεν τα
κοιτάει, την κοιτάνε αυτά. Άνεργα χέρια, τι περιμένεις, αφού δεν έχουν δουλειά
κάθονται και κοιτάνε. Δεν είναι που κοιτάνε, άσ’ τα να κοιτάνε, είναι που
κοιτάνε σαν να θέλουνε κάτι. Ξέρει τι θέλουν: να τα χαϊδέψει. Δεν θα τους
κάνει τη χάρη. Ντρέπεται, γριά γυναίκα, να χαϊδεύεται στα καλά καθούμενα.
Τα κοιτάζει κλεφτά και βλέπειμια σκουριά από καφέ στο δεξί. Σηκώνεται
και πάει στο μπάνιο, πιάνει το μοσχοσάπουνο και πλένει τα χέρια της. Τα
πλένει, τα ξαναπλένει, δε λέει ν’ αφήσει το σαπούνι, της αρέσει έτσι που
γλιστρούν απαλά το ένα μέσα στο άλλο, «κοίτα, λέει, που μ’ έβαλαν να τα
χαϊδέψω θέλοντας και μη, τα σκασμένα» και γελάει από μέσα της και δεν την
κοιτάνε τώρα όπως πριν, χαμένα μέσα στους αφρούς και τα χάδια, σαν να
’χουν κλείσει τα μάτια, μην τους πάει σαπούνι και τα πάρουν τα δάκρυα

 Μιχάλης Γκανάς
 Πηγή:giannena-e.gr